Ας πάρω ένα αδιάβροχο, λοιπόν,
Μια ομπρέλα, ένα φυλαχτό, κάτι να προστατέψει την ψυχή
Απ’ όσα πάντα φοβόμασταν πως θά ΄ρθουν.
Μοσχοβολά η βροχή θλιμμένη,
Πλησιάζει σιγά-σιγά από μακριά
Λιγομίλητη και σκεπτική
Θυμίζει δύσκολες αβασταγές,
Απορημένα χάδια σε μακρινά καλοκαίρια,
Χαμόγελα λειψά, αποχαιρετισμούς,
Που δεν το ’ξεραν πως ήταν τελευταίοι.

Και να που άρχισε να βρέχει
Ψιλόβροχα και καταιγίδες και
Καλοκαιρινές βροχές, να νοτίζουν σώματα καμμένα
Από τον πυρωμένο ήλιο ή
Από τη λάβρα του καημού τους,
Λίθοι άνυδροι, αυχμηροί, σχεδόν νεκροί.

Σαν έμβρυο αγκαλιαστή
Μες στο μικρό μου σύμπαν
‒Μνήμη και πέτρες σωρηδόν‒
Να με νοτίζει η βροχή,
Να μου θυμίζει τον κύκλο του νερού
Κι εγώ να βιάζομαι να φτάσω στη θάλασσα.
Ασκεπής κι ολόβρεχτη
Κι απόλυτη κατάφαση ν’ ανοίγει τα πανιά.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.