Εἶναι Ἰούλιος τοῦ ἔτους 1980. Ὁ πατέρας στὴν Ἀγγλία πρόκειται νὰ ὑποβληθεῖ σὲ ἐγχείρηση ἀνοικτῆς καρδιᾶς. Εἶναι λίγες μέρες ποὺ διαμένω στὴν πατρικὴ οἰκία, στὸ χωριό, μὲ τὸν παπποῦ τὸν Τάκη καὶ τὴ γιαγιά, ἔχοντας φθάσει ἀπ’ τὴν Ἀθήνα μὲ τὴ θεία, ἀδελφὴ τοῦ πατέρα καὶ τὸν σύζυγό της, ἀπόστρατο ἀξιωματικό.

Νωρὶς τὸ πρωΐ, γλυκοχάραμα, ἀναχωρήσαμε γιὰ τὸ χωριὸ τοῦ θείου, στὴ μέσα Μάνη, μὲ τὸν ἀρχαῖο οὐρανὶ Σκαραβαῖο του, ἀφήνοντας πίσω, τὸν παπποῦ, τὴ γιαγιά, τὴν ἐκκωφαντική συναυλία τῶν πουλιῶν ἀπὸ τούς ὀπωρῶνες μὲ τὶς πορτοκαλιές. Ταξιδεύαμε ὧρες, ἀκολουθώντας δρόμους στενούς, φιδωτούς, μέσα σὲ αὐχμηρό, βραχῶδες, ἄγονο τοπίο, τυραννισμένοι ἀπ’ ἕναν ἥλιο ποὺ δὲν τοῦ καιγόταν καρφί, ἦταν ὁλοφάνερο, γιὰ τὴ δίψα μας –τουλάχιστον τὴ δική μου– καὶ τὴν αἰτία τοῦ ταξιδιοῦ μας. Ἡ ζέστη στὸ αὐτοκίνητο γινόταν ὁλοένα ἀσφυκτικότερη, σημειωτέον ὅτι χρέη παραθύρου, στὸ πίσω κάθισμα, ἐκτελοῦσε ἕνα μικρὸ πτερύγιο, ποὺ ἄνοιγε λοξά.

Ὅταν ἐπιτέλους ἀποβιβαστήκαμε ἀπὸ τὸ αὐτοκίνητο καὶ πάτησα παραπαίοντας στὸ λιθόστρωτο δρομάκι ποὺ ἀνηφορικὰ ὁδηγοῦσε, ἀνάμεσα σὲ ξερολιθιές, στὴν οἰκία τοῦ θείου, εἶχα τὴν ἐντύπωση ὅτι εἶχα φέρει ἄπειρες βόλτες σὲ μύλο λούνα πὰρκ. Ἀπέξω ἀκόμα, περίκλειστο ἀπὸ μιὰ μισογκρεμισμένη αἱμασιά, τὸ σπίτι φαινόταν ἐρειπωμένο, μὲ ρημαγμένα παράθυρα, σπασμένα τζάμια, χάσματα καὶ ρωγμές στοὺς πέτρινους τοίχους. Μέσα ἡ ἐγκατάλειψη –δριμὺ ψύχος μὲς στὸ κατακαλόκαιρο – σὲ στοίχειωνε. Πάνω στοὺς τοίχους ἀσπρόμαυρες φαγωμένες φωτογραφίες τῆς πολύτεκνης οἰκογένειας, τὸ γυαλὶ τῆς κορνίζας τους ραγισμένο. Ἡ μάνα, ὁ πατέρας, σὰν ζωντανοί, ἀδέλφια, συγγενεῖς, πολλοὶ ἀπὸ αὐτούς, εἶχαν ἤδη πεθάνει, μερικοὶ μάλιστα πρόωρα. Καθὼς παρατηροῦσα τὰ πρόσωπα στὶς φωτογραφίες, φαντάστηκα ὅτι θὰ ξεπετάγονταν ἀπὸ τὶς κορνίζες τους σὰν ἀπελπισμένα κατάμαυρα πουλιὰ καὶ θὰ δραπέτευαν.

Κάποια στιγμὴ μιὰ γυναικεία φωνὴ ἀκούστηκε ἀπὸ τὸ δρόμο χαμηλὰ νὰ κράζει τὸν θεῖο μου. Βγήκαμε νὰ τὴ χαιρετήσουμε, στεκόταν ἤδη στὴν αὐλή. Μία μεσόκοπη γυναίκα –συγγενής;– χαμηλοῦ ἀναστήματος, γεροδεμένη σὰν ἄντρας, μὲ ἀραιὰ ξεθωριασμένα ρυπαρὰ μαλλιά, πρόσωπο ρουφηγμένο, μελιὰ σπινθηροβόλα μάτια καὶ φωνὴ ἀσθμαίνουσα, ἀγκάλιασε τὸ ἀντρόγυνο καὶ στάθηκαν νὰ μιλήσουν λίγο γιὰ τὰ τωρινὰ καὶ τὰ περασμένα. Παραπονέθηκε γιὰ τὴν ἐρημιὰ καὶ τὴ λειψανδρία. Πρὶν ἀποχαιρετιστοῦν, τοὺς παρακάλεσε νὰ τὴν περιμένουν καὶ ἔφυγε βιαστική.

Ἐπέστρεψε σύντομα, κοντανασαίνοντας, μ’ ἕνα κεφάλι μυζήθρας, πεσκέσι γιὰ τὸν θεῖο μου, μοναδικὸ τρόπαιο τοῦ νόστου, τὸ ὁποῖο φέραμε μαζί μας μὲ καύχηση, ἀπ’ ἐκείνη τὴ χλωμὴ πατρίδα στὸ καταπράσινο χωριὸ τοῦ πατέρα, ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὸν Μυστρὰ ἤ, κατὰ τὴ βυζαντινὴ ὀνομασία, Μυζηθρά, στοὺς πρόποδες τοῦ Ταΰγετου.

Ἀθήνα, 23 Ὀκτωβρίου 2013

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα. Στείλτε κι εσείς το δικό σας!]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.