Ο ήλιος καταμεσής του ουρανού σκόρπιζε εκείνη την αποπνιχτική σιωπή της ζέστης παντού γύρω του. Ο ήχος των τζιτζικιών βαρύς και αργός έφτανε αγκομαχώντας στα αυτιά του. Η στιγμή που οι δείκτες αρνούνται να προχωρήσουν έστω κι ένα χιλιοστό πιο πέρα κι ο χρόνος στέκει ακίνητος, ιδρωμένος. Αναμονή.

Το μαξιλάρι βρεγμένο, δεν το αντέχει άλλο. Κάνει να σηκωθεί. Όλα γυρίζουν, τα πόδια του αρνούνται να τον στηρίξουν αμέσως. Τα φορεμένα ρούχα της χαράς του χτες δεύτερο δέρμα πάνω του. Το βλέμμα σταματά στην ορθάνοιχτη πόρτα. Η κάψα θολώνει τον ορίζοντα. Η θάλασσα ένα με τον ουρανό και το χώμα. Τίποτα δεν ξεχωρίζει. Το χέρι προστατεύει τα μάτια. Βγαίνει έξω και προσπαθεί να δει.

Τυφλώνεται. Δεν τα καταφέρνει. Κάνει να μπει πάλι μέσα. Μαύρα όλα σκοτεινά. Τα βλέφαρα ανοιγοκλείνουν ώσπου να συνηθίσει την αλλαγή. Αρχίζει να φωτίζει. Το νερό της βρύσης καυτό και λίγο δεν είναι αρκετό να δροσίζει το πρόσωπο. Στέκεται στη μέση του δωματίου. Το φως του ήλιου πιο έντονο. Ένα ζεστό αεράκι παρασέρνει την κάφτρα της μέρας. Στο πάτωμα λευκό χαλί η μεταξωτή δαντέλα. Μια κόκκινη γραμμή ακανόνιστα στολίζει το ύφασμα μέχρι την καρδιά της. Εκεί που στον απόηχο της χαράς η σφαίρα σταμάτησε για πάντα τη γιορτή.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα. Στείλτε κι εσείς το δικό σας!]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.