Κατηφόρισε το στενό μονοπάτι από την εκκλησία του χωριού στον γκρεμό. Φιδίσιο, απότομο γεμάτο αγριόχορτα και αγκάθια. Οι πέτρες πλήγωναν τα γυμνά του πόδια. Δε φορούσε παπούτσια. Ήθελε να θυμηθεί τα παιδικά του χρόνια, που ξυπόλητος σαν το κατσίκι κατέβαινε το μονοπάτι κουτρουβαλώντας. Αέρας! Για πότε βρισκόταν από το βουνό στη θάλασσα ούτε και ο ίδιος το καταλάβαινε. Μέσα στην κάψα και το λιοπύρι, με το σακίδιο στους ώμους, μεσόκοπος πια και φορτωμένος παραπανίσια κιλά, έπαιρνε το ίδιο μονοπάτι. Τώρα όμως, πιο αργά. Φούσκωνε και ξεφούσκωνε, λαχάνιαζε σαν το γέρικο άλογο στην ανηφόρα.

Ξέπνοος και μετά από κάμποση ώρα τα κατάφερε. Σώριασε το κορμί του πάνω στα άσπρα βότσαλα κι άφησε την ανάσα του να ξαναβρεί τον ρυθμό της. Τα μάτια του περιπλανήθηκαν τριγύρω, απ’ άκρη σ’ άκρη σ’ όλο τον κόλπο. Κάποια στιγμή ξέφυγαν για λίγο, ανέβηκαν στην πλαγιά και σταμάτησαν στο πιο χαμηλό της σημείο. «Ωχ, μια ξυραφιά στο βουνό, πετρούνια! Καλά, πώς ξεφύτρωσαν;» φώναξε έκπληκτος και πετάχτηκε πάνω. Τα βότσαλα σαν καυτό σίδερο του τσουρούφλισαν τα πόδια. Έτρεξε γρήγορα προς τη θάλασσα και τα ‘βαλε στο νερό. Ξανακοίταξε για λίγο τα πέτρινα κουτιά, σαν κουκλόσπιτα ήταν το ένα δίπλα στ’ άλλο.

Όσο η ώρα περνούσε και μεσημέριαζε, ο ήλιος πύρωνε τον τόπο όλο. Μια ζάλη ένιωσε ξαφνικά, το κεφάλι του βαρύ και ασήκωτο. Το κορμί του ζεμάταγε από την κορφή ως τα νύχια, τα μάτια του θάμπωναν. Για λίγο όλα θόλωσαν και μέσα στη θολούρα είδε τα πετρούνια να μαλακώνουν. Έλιωναν σαν τις σοκολάτες. Σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να φωνάζει: «Βουτήξτε, βουτήξτε γρήγορα!». Αυτά τον άκουσαν και μισολιωμένα όπως ήταν, ξεκολλούσαν ένα-ένα από τον βράχο και έπεφταν στο νερό.

Για λίγη ώρα χάθηκαν. Τρόμαξε, όταν όμως τα ’δε να ξεπροβάλουν σαν τους μεγάλους βουτηχτές, σώα και ασφαλή, ησύχασε. Είχαν ξαναβρεί το ορθογώνιο σχήμα τους και άρχισαν να σκαρφαλώνουν σιγά σιγά στην πλαγιά. Πήραν τη θέση τους, όλα σε μια ευθεία, γκρίζα, κοφτερά, σχηματοποιημένα, με χαμηλές πόρτες και παράθυρα ανοιχτά. Μπροστά, απλωνόταν η μεγάλη αυλή. Από κει τώρα ακούγονταν καθαρά οι φωνές των φίλων του που έπαιζαν κρυφτό. Αυτός «τα φυλούσε» και εκείνοι «τον έφτυναν». Ύστερα, ο γλυκός θόρυβος που έκαναν οι γυάλινοι βώλοι πάνω στις πέτρινες πλάκες. Κάποια στιγμή μάλιστα, είδε τον Κυριάκο, τον αδερφό του, ένα αδύνατο αγόρι με κοντό παντελόνι, ξυπόλητο να τρέχει πάνω κάτω να τους πιάσει. Και ξαφνικά, ο ανατριχιαστικός ήχος από το σούρσιμο της χορταρένιας σκούπας της γιαγιάς. Την είδε σκυφτή, καμπουριασμένη, σαν κουβαράκι, να πηγαινοέρχεται ολοένα, μια δω και μια κει και μετά, ένα τσούρμο μαυροφορεμένες γυναίκες να περνούν τη χαμηλή πόρτα του σπιτιού. Φωνές, ουρλιαχτά κι ένα μακρόσυρτο μοιρολόι. Στη μέση του μεγάλου δωματίου, το αστραφτερό ξύλινο κουτί με τον παππού ξαπλωμένο φαρδύ πλατύ μες τα καλά του ρούχα, αγέλαστο και με τα μάτια κλειστά. Στο βάθος, όμως, πίσω απ’ όλους κι όλα, ξεχώριζε το Λενάκι με το λουλουδιαστό του φόρεμα και την άσπρη κορδέλα στα μαλλιά. Τον πλησίασε και του άπλωσε το χέρι. Εκείνος σχεδόν τελετουργικά πήγε κοντά στον παππού, έσκυψε και τον φίλησε. Έπειτα, την πήρε από το χέρι και κατηφόρισαν μαζί το στενό μονοπάτι.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα. Στείλτε κι εσείς το δικό σας!]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.