Η έρημος δεν είχε το συνηθισμένο της χρώμα. Ήταν μαύρη, ηφαιστιακή. Άχνιζε μέσα στο λιοπύρι των σαράντα βαθμών της ανιούσας κλίμακας Κελσίου. Ένιωθε τις ανάσες της πάνω του σαν πυρωμένες γλώσσες κάποιας αόρατης πυρκαγιάς. Αναρωτήθηκε πώς μυρίζει η έρημος η ξανθιά. Η άχρηστη πληροφορία του χθες βάραινε σημαντική σήμερα. Η μαύρη που πάταγε ανέδυε μία οσμή χημικής αποφοράς. Εισχωρούσε από τις πατούσες τις καιόμενες και ανέβαινε όργανο- όργανο. Η ανάφλεξη σε κάθε επίπεδο ήταν υπόκωφη. Σπίθα- σπίθα έφτασε στο στόμα του. Το άνοιξε και φύσηξε . Μία μικρή εκπνοή και ο καπνός απλώθηκε μπροστά στο πρόσωπό του. Έτσουξαν τα μάτια, η όραση απώλεσε τα χρώματα. Αριστερά του τα κτίρια καμένα, το πεζοδρόμιο σταχτί. Στο βάθος του στενού ορίζοντα το φάντασμα του υγρού στοιχείου κορόιδευε. Η όαση είχε τις συντεταγμένες της στην Ομόνοια. Δεξιά του το υπόστεγο έστεκε σαν άσυλο κάθε καιόμενου. Πήγε και κάθισε στο πλακόστρωτο. Πίσω του η τζαμαρία του εγκαταλελειμμένου μαγαζιού, αυτοσχέδια κορνίζα. Ο άστεγος μπροστά της κοιμόταν θαμπός σαν σκιά. Δίπλα του σκουπίδια απιθωμένα, ένας αμμόλοφος πολύχρωμος και μιαρός. Ήταν μόνος και εύφλεκτος. Έκλεισε τα μάτια και περίμενε. Κανείς δεν θα μάζευε τη στάχτη του σαν κειμήλιο. Η Σταδίου θα την κατάπινε διψασμένη μια Κυριακή Ιουλίου των σαράντα βαθμών της ανιούσας κλίμακας Κελσίου.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα. Στείλτε κι εσείς το δικό σας!]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.