Ο ανεμιστήρας νανουριστικός. Αποχαυνωμένη από τον καύσωνα των ημερών αποκοιμήθηκα σε νοτισμένα σεντόνια. Υγρή από προσμονή.

Και είδα πως ήμασταν σ’ ένα κτήριο πολύ ψηλό. Ένα μουντό κατασκεύασμα ανθρώπου. Ένας τεράστιος όγκος από μπετόν, με πολλούς ορόφους και στεγασμένα μπαλκόνια- διαδρόμους να το περικλείουν. Σε κάθε μπαλκόνι- διάδρομο αμέτρητες πόρτες. Κάτι ανάμεσα σε σχολικό συγκρότημα και φοιτητικής εστίας. Εκεί στο πιο ψηλό σημείο στεκόμασταν δίπλα δίπλα στηριζόμενοι στα κάγκελα και ατενίζοντας στο απέραντο. Όπου και αν έστρεφες το βλέμμα παντού δασικό τοπίο. Βαθύ πράσινο το χρώμα και καταγάλανος ο ουρανός. Ο ήλιος στη δύση του, ζέσταινε πλαγίως τα μάγουλα μας. Ηρεμία. Μιλάγαμε σιωπώντας, και κάποια στιγμή, είπες, πως ήθελες να βρεις χώρο για τις ανάγκες σου. Και άνοιξες μια από τις πόρτες. Ένα ψυχρό ρεύμα αέρος ξεχύθηκε από την πόρτα και μας κρυστάλλωσε τις αναπνοές. Σαν κίνησες να χυθείς μέσα στη μαυρίλα, σου είπα πως δεν μένω μόνη μου εδώ και πως θα σε ακολουθήσω. Μπήκαμε στο εσωτερικό χώρο και η πόρτα έκλεισε πίσω μας με κρότο. Σαν να σφαλούσαν οι κλειδαριές. Σαν να μπήκαν οι σύρτες στη θέση τους. Ουδέν ίχνος φωτός. Απόλυτο σκοτάδι. Φραγμοί προς τα έξω. Παγιδευμένοι. Τα δάχτυλα μας ενωθήκαν σ’ ένα σύμπλεγμα σφιχτό και αρχίσαμε να τρέχουμε σε ατελείωτους μαύρους διαδρόμους. Μες στη μαυρίλα, όπου τα μάτια μας σιγά- σιγά συνήθισαν να βλέπουν ή να αισθάνονται, διαγράφονταν φιγούρες, σκιές ανθρώπων, παρείσακτοι, περιθωριακοί, σιωπηροί. Μυρωδιές μούχλας και υγρασίας αναμιγμένες με ιδρώτα, βομβάρδιζαν τα ρουθούνια. Ψίθυροι από αμέτρητες απόκοσμες φωνές έφταναν στα αυτιά. Ακαταλαβίστικα μουγκρητά. Ο ήχος τους αποτραβιόταν στιγμιαία και χάνονταν κάπου μακριά, για να επανέλθει έπειτα με μεγαλύτερη ένταση, με γρηγορότερο ρυθμό. Αγριεμένο κύμα. Ανατρίχιασα. Μέσα σ’ αυτό το ατέρμονο τρέξιμο προς κάπου, χωρίς προσανατολισμό, χωρίς πυξίδα, μου ζήτησες να σηκώσω το χέρι μου και να προστατεύσω το πρόσωπο μου απ’ όλες εκείνες τις απειλές που θα μπορούσαν να με τραυματίσουν. Και έτσι κυνηγημένοι από ποιος ξέρει τι , τρέχαμε σε ευθείες και σε στροφές. Δίχως να σταματήσουμε στιγμή, δίχως να λαχανιάσουμε, δίχως να διψάσουμε, δίχως να αναρωτηθούμε. Μέχρι που άρχισε να διαγράφεται στο βάθος μια δεσμίδα φωτός. Αρχικά αχνή, μα όσο πλησιάζαμε, τόσο δυνάμωνε το φως της. Με ιχνηλάτη το φως συνεχίσαμε να τρέχουμε σφίγγοντας όλο και περισσότερο τα χέρια. Η εικόνα μιας πόρτας ιχνογραφούνταν στεφανωμένη από ένα υγρό πύρινο περίγραμμα. Εκεί σταματήσαμε. Φτάσαμε στο τέρμα της διαδρομής ή του προορισμού μας. Άπλωσες το χέρι σου και σήκωσες την βαριά καρπέτα που έφραζε την έξοδο. Άπλετο φως. Ολόλευκο. Εκτυφλωτικό. Κλείσαμε τα μάτια μας και βηματίσαμε έξω. Έπειτα κενό.

Άπλωσα το χέρι μου και έπιασα ένα ποτήρι νερό. Σκούπισα από το μέτωπο μου τον ιδρώτα. «Τον φραπέ μου τον πίνω σκέτο, παρακαλώ.»


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα. Στείλτε κι εσείς το δικό σας!]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.