Όταν έχει καύσωνα είναι η «καλύτερή» μου. Αφήνει κατά μέρος ντροπές, ανασφάλειες, φόβους και κοιμάται έτσι όπως την γέννησε η μάνα της. Εγώ, ξαπλωμένος κοντά της θαυμάζω με την ησυχία μου το μεγαλείο της Φύσης και την έμπνευση του Μεγίστου Γλύπτη που τη δημιούργησε. Μόλις αποκοιμηθεί, γυρίζω προσεκτικά προς τη μεριά της, διαλέγω μια σταγόνα από τον ιδρώτα της και παρακολουθώ την πορεία της, από ’κει που ανάβλυσε ως την ώρα που θα κατρακυλήσει και θα την πιει λαίμαργα το σεντόνι. Στοιχηματίζω ποια κατηφόρα θα πάρει, ποια ρεματιά θα διασχίσει, ποια κοιλάδα, πού θα σταθεί. Θέλω να γλείψω το ρυάκι που αφήνει πίσω της, μα θα ξυπνήσω την καλή μου και κρατιέμαι.

Ησυχάζω λοιπόν και εστιάζω αλλού για να ηρεμήσω. Ξεκινώ από το παράθυρο. Βλέπω τις παράλληλες γραμμές σκιάς από τις γρίλιες του παντζουριού να καμπυλώνουν πάνω στο κορμί της και τότε συνειδητοποιώ πώς η Ομορφιά έχει τη δύναμη αβίαστα να καμπυλώνει το χώρο. Θωρώντας την, χάνω την αίσθηση της ώρας, ταξιδεύω, άρα η Ομορφιά, σκέφτομαι, έχει τη δύναμη να καμπυλώνει και το χρόνο.

Ο αέρας μυρίζει ξερά χορτάρια και κείνη μυρίζει γιασεμί. Έξω όλα στεγνά, μέσα εκείνη υγρή. Άπνοια εκτός, πνοές ζωής εντός. Τα στήθη της, ιδρωμένα, ανεβοκατεβαίνουν χαλαρά απολαμβάνοντας τη δικαίωση των πολλών τους ρόλων, με τα ελικοειδή τους μυστικά καλά κρυμμένα στο σφαιροειδή τους λαβύρινθο. Μόνο οι ρόγες απομένουν στεγνές, σε υποστολή, προσμένοντας μια άλλη υγρασία, ένα σάλπισμα ανάσας για εγερτήριο. Ο αφαλός της, πηγάδι ρηχό μα γεμάτο. Χαμηλότερα μια ουλή, οριοθετεί το πεδίο της ηδονής με επισημότητα κανονικού μνημείου, αφού αν πλησιάσεις κοντά, μπορείς να διαβάσεις: «εδώ την … του μηνός… του έτους… εγεννήθη ο …».

Το ρόδο της, ναρκωμένο από τη ζέστη, αναπαύεται στο ανάκλιντρο των ερωτεύσιμων ποδιών της, με τα πέταλα κλειστά, όπως μόνο τα σπάνια λουλούδια κάνουν. Μαύρα πυκνά μαλλιά, ποζάρουν εν αγνοία τους για την ασπρόμαυρη φωτογραφία που σπεύδουν να βγάλουν οι φακοί των ματιών μου, καταχωρώντας την αμέσως στο γενικό λογιστήριο της μνήμης. Το αριστερό της χέρι γεφυρώνει το φιλντισένιο της ώμο με το σώμα μου, μέσα από τυχαία αγγίγματα που με ηλεκτρίζουν. Τα χείλη της, χαλαρά μα απολύτως σαρκώδη, μάταια προσπαθούν να αποκοιμίσουν, τους εγειρόμενους στη θέα τους ασυγκράτητους πόθους. Οι σμιλεμένες, καμπύλες γωνίες του προσώπου της, βότσαλα λεία σε παρθένα αμμουδιά. Κάθε της αναπνοή, και ένα θυμίαμα ευγνωμοσύνης από εμένα για χάρη της, για το ότι ζω, για το ότι είναι υγιής, για το ότι αξιώνομαι να είμαι κοντά της.

Ναι, ο καύσωνας είναι ο μόνος τρόπος να θαυμάσω για αρκετή ώρα και εν τέλει να προσκυνήσω με την ησυχία μου τον Ναό (ναίω=κατοικώ) της Ψυχής της, που εκατομμύρια κύτταρα εν σοφία λειτουργούν, κάνοντας τις δικές τους καύσεις.

Ζητούμενο, διότι πέραν της φωτιάς και της λάβρας του φυσικού φαινομένου, και το δικό μου σώμα, καύσων ερωτικός όλο το χρόνο, ανελέητα μαστίζει.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα. Στείλτε κι εσείς το δικό σας!]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.