Κατακαλόκαιρο, καύσωνας, η αντοχές της μάνας μου, παρά τις προηγούμενες γέννες, θα πρέπει να είχαν φτάσει στο απροχώρητο. Ήμουν το τέταρτο παιδί – επισήμως. Τα δυό πρώτα απ’ τον μακαρίτη τον άντρα της, που πέθανε από πνευμονία το ’49 και την άφησε χήρα με δυό μικρά παιδιά πριν κλείσει τα εικοσιπέντε, ήταν αγόρια. Απ’ τον δεύτερο, τον πατέρα μου, είχε την αδερφή μου, ένα χρόνο μεγαλύτερη.

Αύγουστος του ’54, λίγα χρόνια μετά τον εμφύλιο, ο πατέρας μου είχε βγει απ’ τη Μακρόνησο, τον άφησαν μετά τη δήλωση, είκοσι επτά χρονών όταν λύγισε και υπόγραψε, δεν το ξεπέρασε ποτέ μέχρι που πέθανε από καρκίνο στα πενήντα οκτώ του, τον Ιούλιο του ’80. Ήθελε να τα γράψει, μου είπε κάποια στιγμή, λίγους μήνες πριν πεθάνει, να τα βγάλει από πάνω του. Χρειαζόταν τη βοήθειά μου, δεν ήξερε να γράφει καλά, ούτε τη Δευτέρα Δημοτικού δεν πρόλαβε να βγάλει, τον έστελνε ο πατέρας του στα πρόβατα, ήταν μεγάλη οικογένεια, δεν ήταν εύκολο το ψωμί στα χρόνια του. Το ’22 γεννημένος, τη χρονιά της Μεγάλης Καταστροφής, που χάθηκε ό, τι προσπάθησε να γίνει στον τόπο χρόνια ολόκληρα. Είχε τρομερό «λέγειν» ο πατέρας μου, όπως έλεγαν όλοι, όσοι τον ήξεραν, ούτε καθηγητής Πανεπιστημίου δεν τον έφτανε, αυτή τη σύγκριση άκουγα συχνά μικρή, και καταλάβαινα δυό πράγματα. Πρώτον, άκουγα τον πατέρα μου και δεν τον χόρταινα, κυρίως για τη γλύκα και την ευγένεια που είχαν τα λόγια του, ειδικά όταν τον άκουγα να μιλάει με άλλους ανθρώπους, κι έκανα τη σύγκριση, και δεύτερον ότι το να είσαι καθηγητής Πανεπιστημίου, όσο σπουδαίο πράγμα και να ήταν, ο πατέρας μου το ξεπερνούσε. Χρόνια αργότερα, όταν πήγα στο Πανεπιστήμιο, η πεποίθησή μου αυτή επιβεβαιώθηκε.

Η μάνα μου ξεγέννησε στο σπίτι, είχε έρθει και η γιαγιά μου απ’ την Πελοπόννησο να τη βοηθήσει, η μάνα του πατέρα μου, γιατί η μάνα μου είχε μείνει ορφανή απ’ τα δώδεκα. Θρηνούσε η γιαγιά μου για τον γιό της, όχι γιατί απέκτησε κι άλλο παιδί, αλλά γιατί ήταν κι άλλο κορίτσι. Θηρίο ο πατέρας μου, όταν το ’μαθε: «δε θέλω να τ’ ακούω αυτά, θα μου το γλωσσοφάτε το παιδί, αντί να λέτε ευχαριστώ που γεννήθηκε γερό παιδί», μου διηγούνταν η μάνα μου με κρυφή περηφάνια την αντίδρασή του, γιατί αυτή με είχε κοιλοπονέσει εννιά μήνες, να τ’ ακούει μετά κι απ’ την πεθερά ότι δεν έβγαλε το επιθυμητό φύλο.

Έζησα πολύ προστατευμένη, η μικρότερη στην οικογένεια, το στερνοπούλι, δεν μπόρεσα να ωριμάσω όπως έπρεπε, τελικά πάντα θα χώλαινα, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, κάτι τέλος-πάντων, πήγε στραβά με μένα κι όταν βρέθηκα μόνη μου, να κάνω οικογένεια κι όλα τα συμπαρομαρτούντα, ένοιωθα πολλές φορές να τινάζω τα πέταλα.

Τα σκέφτομαι, με τον πατέρα να λείπει τριάντα τόσα χρόνια και πολύ φοβάμαι, πως η ιστορία που άρχισε με αυγουστιάτικο καύσωνα θα τελειώσει μέσα σε βαρύ χειμώνα.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα. Στείλτε κι εσείς το δικό σας!]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.