Μήδεια. Το έργο είναι γνωστό και οι παραλλαγές του πάρα πολλές.  Όλα τα είδη της τέχνης έχουν ασχοληθεί με τη ηρωίδα. Έγινε μυθιστόρημα, ζωγραφική μουσική και μπαλέτο. Στον χορό μπήκε και η ψυχανάλυση.

Η Μήδεια στην πατρίδα της, τη σημερινή Γεωργία, είναι γνωστή ως η σοφή γυναίκα, όπως δείχνει και το έτυμον του ονόματός της, από το ρήμα «μήδομαι» που σημαίνει σκέπτομαι. Οι Γεωργιανοί δίνουν στα κορίτσια τους το όνομα Μήδεια, και χαϊδευτικά Μέκα, χωρίς να σκέφτονται την μητροκτόνο, αλλά τη γεμάτη θεϊκή γνώση μυθική πριγκίπισσα.  Η Μήδεια, όμως, η οποία έγινε γνωστή παγκοσμίως, οφείλει τη φήμη της στον Ευριπίδη, ο οποίος με το θέατρό του μπόλιασε το ευρωπαϊκό και κατ’ επέκταση το παγκόσμιο.  Στη μνήμη του κοινού η Μήδεια είναι αυτή που σκότωσε τα παιδιά της, προδομένη από τον Ιάσονα. Αλλά αυτή η Μήδεια είναι επινόηση του ποιητή.

Το έργο που παίχτηκε στο Μικρό  θέατρο της Επιδαύρου, την 1η  Ιουλίου 2017, σε  μετάφραση του Μίνου Βολανάκη  είχε προσκτηθεί χωρία από τη Μήδεια του Χάινερ Μύλλερ (μτφ. Νίκου Φλέσσα), από το σενάριο της ομώνυμης ταινίας του Πιέρ Πάολο Παζολίνι (μτφ. Δημήτρη Αρβανιτάκη),  και από το ομώνυμο έργο του Ζαν Ανούιγ (μτφ.  Φώντα Κονδύλη).  Στον προσεκτικό, αλλά ανενημέρωτο, για το κολάζ, θεατή, ήταν εμφανής η μίξη, εφόσον ο λόγος του Ευριπίδη είναι οικείος στους γνωρίζοντες, αλλά άγνωστα τα παρεμβληθέντα χωρία από τα άλλα έργα. Προσωπικά, αναγνώρισα μόνο τους στίχους που έχει συμπεριλάβει ο Μάνος Χατζιδάκις στον Μεγάλο Ερωτικό, (μτφ. Πρεβελάκη), ενώ είχα υπόψη μου και τα άλλα έργα.

Εν ολίγοις, πρόκειται για  ένα κολάζ από διαφορετικές διαθέσεις, ιδιοσυγκρασίες, ιδεολογίες,   σκοπιμότητες και προεκτάσεις. Οπτικές με τις οποίες η νεότερη τέχνη φώτισε  τους ήρωες του δράματος. Στη βάση του όμως ο μύθος είναι ένας και ίδιος. Η Μήδεια, αφού βοήθησε τον Ιάσονα να αποκτήσει το χρυσόμαλλο δέρας, χρησιμοποιώντας τις υπερφυσικές,  μαγικές δυνάμεις της, παραπλάνησε τον πατέρα της και σκότωσε τον  αδελφό της που την κυνηγούσε, έφυγε με τον Ιάσονα για την Ελλάδα. Πρόδωσε, εν ολίγοις,  πατρίδα οικογένεια και σκότωσε αδελφό. Στην Ελλάδα βρήκε στέγη, πλάι στον άντρα που για χάρη του έκανε ό,τι έκανε, και απέκτησε μαζί τους δυο αρσενικά παιδιά. Η Μήδεια δεν είναι πια η μάγισσα, η σοφή γυναίκα αλλά μια ερωτευμένη γυναίκα και μητέρα. Και έχει σημασία το φύλο των παιδιών, στύλοι γαρ οίκων παίδες εισίν άρσενες (Ιφιγένεια η εν Ταύροις, (στ. 57). Όταν, λοιπόν, η πριγκίπισσα της Κολχίδας  θα χάσει τον άντρα, γιατί εκείνος παντρεύτηκε κρυφά την νεαρή πριγκίπισσα της Κορίνθου, για το πολιτικό συμφέρον,  το δικό του και των παιδιών του, όπως διατείνεται,  εκείνη θα πρέπει να εγκαταλείψει τα εδάφη της χώρας που για λίγο έγινε πατρίδα της. Έχοντας χάσει ήδη μια πατρίδα, στο παρελθόν, χάνοντας ακόμα μία τώρα και κυρίως, χάνοντας τον άντρα, ταπεινωμένη και προδομένη,  χάνει τα λογικά της και αποφασίζει να εκδικηθεί.

Σε όσα εκείνη του καταμαρτυρεί εκείνος αντιπαραθέτει ότι η Κύπρις τον βοήθησε: Κύπριν νομίζω της εμής ναυκληρίας/ σώτειραν είναι, και ότι ο έρωτας έκανε την  Μήδεια να τον σώσει, Έρως σ’ ηνάγκασε / τόξοις αφύκτοις τουμόν εκσώσαι δέμας  (στιχ. 525- 527)· επομένως τίποτα δεν της χρωστάει; Και στη συνέχεια μπαίνει στην αντεπίθεση: Αυτός  την πήρε από μια βάρβαρη χώρα και την έφερε στην Ελλάδα! Στην Ελλάδα έμαθε το δίκιο και τους νόμους! Και απέκτησε φήμη για τη σοφία της!  Θα της δώσει ό,τι χρειάζεται για να πάει, όπου θέλει. Θα φροντίσει να μην της λείψει τίποτα. Μόνο που η Μήδεια δεν μαλακώνει. Ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης, σχολιάζοντας πριν από χρόνια το έργο είχε γράψει: «Τα αισθήματα της Μήδειας συγκινούν περισσότερο από την εκδίκησή της. Η διανοητική κατάσταση του Ιάσονος είναι πιο ενδιαφέρουσα από όσο η συμφορά του… Τα αισθήματα μιας γυναίκας της οποίας ο έρωτας έχει μεταβληθεί σε μίσος, όπως τα αισθήματα ενός άντρα που πλέον δεν αγαπά, αντιπροσωπεύουν κάτι το αιώνιο και αναλλοίωτο μέσα στην ανθρώπινη φύση. Εδώ βρίσκουμε εκείνο που πρέπει πάντοτε να αναζητούμε στο μεγάλο δράμα – το καθολικό μέσα στο ειδικό».

Έτσι, αν η Μήδεια τρελή από έρωτα για τον Ιάσονα έπραξε φριχτά, τρελή από την προδοσία του θα πράξει φριχτότερα.

Με  μαγεμένο μανδύα θα σκοτώσει και τη νύφη και τον πατέρα της και στο τέλος θα σκοτώσει τα παιδιά, εξασφαλίζοντας έτσι τη μέγιστη τιμωρία  για τον άπιστο και συμφεροντολόγο Ιάσονα. Γιατί  η μεγαλύτερη τιμωρία για τον αρχαίο Έλληνα  είναι να μείνει άκληρος. Όταν η Αντιγόνη στον Κομμό της θρηνεί:  άκλαυτος, άφιλος, ανυμέναιος  ταλαίφρων άγομαι ταν ετοίμαν οδόν. ( στχ. 876-878), ήτοι, «χωρίς θρήνο, χωρίς φίλους, χωρίς γάμο, σέρνομαι στον έσχατο δρόμο», θρηνεί,  επειδή  «ανυμέναιος» δεν σημαίνει απλώς «ανύπαντρη» αλλά και χωρίς παιδιά, χωρίς συνέχεια της γενιάς. Ο Ιάσων, με το θάνατο των παιδιών και της νέας συζύγου, πεθαίνει πριν από το βιολογικό του θάνατο. Ο θάνατος των παιδιών του είναι ο θάνατος της γενιάς του. Η βασιλική προέκτασή του, στην οποία απέβλεπε, δεν θα γεννηθεί ποτέ και εκείνη που ήδη είχε θα χαθεί.

Η Μήδεια αντέχει σε κάθε πόνο, πλην της προδοσίας του ευεργετηθέντος. Έχει εκθέσει τη θέση της στις γυναίκες της Κορίνθου: ως τρις αν παρ’ ασπίδα / στήναι θέλοιμ’ αν μάλλον  ή τεξείν άπαξ (στιχ. 250-251) που σημαίνει «καλύτερα το ’χω να σταθώ πλάι στην ασπίδα τρεις φορές παρά να γεννήσω μία», πράγμα που σημαίνει πως θυσιάζει ό,τι πιο πολύ αγαπά. Όλα τα αντέχει, θα πει πιο κάτω, όχι  όμως την προδοσία: όταν ες ευνήν ηδικημένη κυρή/ ουκ έστιν άλλη φρην μιαιφονωτέρα (στχ. 265-266), που σημαίνει πως «όταν της ντροπιάσουν το κρεβάτι δεν υπάρχει μυαλό πιο φονικό». Ο έρωτας τρελαίνει. Μας το έχει δείξει η Σαπφώ, το βλέπουμε στη Μήδεια, το ’χουμε δει στη Φαίδρα.  Ο έρωτας στην αρχαία γραμματεία παίρνει τη μορφή της ανίατης αρρώστιας.

Οι αρχαίοι θεατές, παρακολουθώντας την τραγωδία, διδάσκονται τη Δημοκρατία. Η Μήδεια έφυγε από μια βάρβαρη χώρα και ζει σε μια δημοκρατική χώρα. Η Κόρινθος έχει βασιλιά, αλλά η Αθήνα στην οποία παίζεται το δράμα έχει δημοκρατία. Οι ποιητές ήταν μαθητές των σοφιστών και η σοφιστική μόνο στη δημοκρατική Αθήνα μπορούσε να διακηρύξει την όποια αντίρρηση στην εξουσία. Και η Μήδεια τη δική της. Ο Ευριπίδης, όμως, ως από σκηνής φιλόσοφος, έχει σοφιστική παιδεία και ξέρει πως το δίκιο δεν βρίσκεται ποτέ στη μία πλευρά. Ο Ευριπίδης ψάχνει στα έγκατα της ψυχής της Μήδειας. Η επιχειρηματολογία του Ιάσονα μπορεί να ικανοποιεί τον αρχαίο Έλληνα θεατή, δεν ικανοποιεί όμως μια γυναίκα. Και καλώς επιλέγει ο Ευριπίδης μια βάρβαρη γυναίκα για να δείξει πόσο βίαιο είναι το αίσθημα που νιώθει η προδομένη  βάρβαρη, την οποία κανένας πολιτισμός δεν κατάφερε να μαλακώσει στα χρόνια που έτρεξαν.

Το μέτρον άριστον διδάσκει την αυτοσυγκράτηση, τη σωφροσύνη, αλλά η ερωτευμένη γυναίκα δεν μπορεί να την έχει. Μάλλον κανείς πραγματικά δεν την έχει. Ο έχων μέμηνεν λέει ο Σοφοκλής – ο ερωτευμένος είναι τρελός- και λειτουργεί με το ένστικτο. Η Μήδεια με έγκλημα φριχτό απέκτησε τον Ιάσονα και επειδή τον έχασε θα εγκληματήσει φριχτότερα.

Ο Ευριπίδης θα δώσει το τέλος στην ιστορία του με τον από μηχανής θεό Ήλιο, ο οποίος θα την πάρει και θα την εξαφανίσει  από τη γη, το 431 π.Χ. Η Μήδεια θα χαθεί μέσα στο φως και ο  Ιάσων θα μείνει κάτω για να την καταριέται και να θρηνεί τα παιδιά του, τη γενιά του, τη συνέχειά του.

Για τον Αθηναίο θεατή η πολιτική, ορθολογιστική επιχειρηματολογία του Ιάσονα είναι πειστική. Το συμφέρον της πολιτείας προέχει. Το γενικό. Η πολιτική σκέψη. Τιμωρήθηκε όμως. Η Μήδεια είναι μια γυναίκα που λειτουργεί με το ένστικτο. Σκέφτεται τον εαυτό της. Το ειδικό. Και ο Ορέστης, από την άλλη, έχει κάνει έγκλημα φριχτό. Στον Άρειο Πάγο, όπου φτάνει ικέτης, δικαιώνεται, αλλά με μια ψήφο μόνο, που πήρε παραπάνω από την Αθηνά. Τι σημαίνει αυτή η ακραία, η ελάχιστη διαφορά ανάμεσα στο συναίσθημα και τη λογική;  Και η Αντιγόνη ενεργεί συναισθηματικά, παραδοσιακά, ενώ ο Κρέων  σκεπτόμενος ορθολογιστικά υποστηρίζει τους νόμους. Όμως, ο χορός -λαός συμπαραστέκει. Βρίσκει ότι σωστά έπραξε η κόρη, αλλά… έχει παραβιάσει το μέτρον. Και ο ορθολογιστής Κρέων επίσης. Με ποιο στίχο κλείνει την τραγωδία ο χορός;   Πολλώ το φρονείν ευδαιμονίας πρώτον υπάρχει. Και αυτό το φρονείν κανένας τραγικός ήρωας δεν το διαθέτει. Πολύ περισσότερο η Μήδεια.

*

Στην παράσταση της Επιδαύρου τα πράγματα δεν ακολουθούν την πεπατημένη. Το έργο που παρακολουθήσαμε δεν ήταν μόνο του Ευριπίδη αλλά κάποιο έργο που βασίστηκε στο έργο του Ευριπίδη, εμπλουτισμένο με  νεότερες απόψεις που είχαν ενσωματωθεί σ’ αυτό. Κατ’ αρχάς η  ορχήστρα. Τρεις άντρες βρίσκονται πάντα επί σκηνής (το αρχαίο δράμα παίζεται από άντρες και μόνο τρεις είναι πάντα επί σκηνής και μοιράζονται όλους τους ρόλους). Παίζουν: Γιώργος Γάλλος (Μήδεια), Χρήστος Λούλης (Ιάσων, Κρέων, Παιδαγωγός, Αιγέας,), Μιχάλης Σαράντης (Χορός, Άγγελος, Τροφός).

Το σκηνικό, το δάπεδο, αποτελεί την έκπληξη. Αποτελείται   από «αφυδατωμένα» ρούχα, άδεια πουκάμισα, τα οποία παραπέμπουν σε σώματα νεκρά. Σε σώματα που έχει φάει η γη. Ανάλογα με τον φωτισμό, το δάπεδο αυτό, που δείχνει σαν αλώνι και το σχήμα του σε αλώνι παραπέμπει, αλλάζει. Άλλοτε είναι πιο πετρώδες και πιο άσπρο, άλλοτε οι άσπρες πέτρες του ξεφυτρώνουν μέσα από το χώμα, πάντα όμως ανάγλυφο. Αλώνι, λοιπόν, όπου οι ψυχές μάχονται με τον Χάροντα και χάνονται; Σώματα που γίνονται ένα με τη γη από την οποία προήλθαν και στην οποία θα καταλήξουν; Είναι τα γνωστά μας «μαρμαρένια αλώνια», στα οποία γίνεται η αναμέτρηση με τον Χάροντα-θάνατο;

Στο κέντρο της ορχήστρας φυτρώνει ένα καχεκτικό δεντράκι («κι απόμεινα ξερό δεντρί», θρηνεί η μάνα στον Επιτάφιο του Ρίτσου). Όταν προς το τέλος του έργου, οι ηθοποιοί, πρώτον ξεριζώνουν το δεντράκι και δεύτερον ξηλώνουν το δάπεδο, από κάτω αποκαλύπτεται ο στρογγυλός, χρυσός, απαστράπτων δίσκος του ήλιου· ο παππούς  της Μήδειας. Με το άρμα του (μηχανή ή γερανός) θα φύγει η ηρωίδα του Ευριπίδη από την ορχήστρα του 431.π. Χ. στον ουρανό.  Είναι ο ήλιος θάνατος. Μόνο που εδώ ο ήλιος  βρίσκεται στη γη, κάτω από τη γη, για να μην υπάρχει καμιά ψευδαίσθηση για το πού καταλήγουν τα πάντα ή και από πού πηγάζουν τα πάντα. Αμφίσημο το μήνυμα συναισθηματικά.

Οι ηθοποιοί με  σύγχρονα κοστούμια επικαιροποιούσαν τον λόγο του ποιητή και,  όταν χρειαζόταν, το σώμα τους στρέβλωνε σε δύσκαμπτες πόζες, προσβλέποντας, ίσως, στα δύσκολα νοήματα και στα συναισθήματα που δεν υπακούουν σε λογική, στις θέσεις των ηρώων που είναι άκαμπτες, όσο και ακατανόητες του ενός ή του άλλου για τον άλλο (;).

Οι συντελεστές της παράστασης: Μετάφραση: Μίνως Βολανάκης
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς, Διασκευή – Δραματουργική επεξεργασία: Δημήτρης Καραντζάς, Θεοδώρα Καπράλου, Μουσική: Ανρί Κεργκομάρ, Σκηνικά: Ελένη Μανωλοπούλου, Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη, Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου, Κίνηση: Χρήστος Παπαδόπουλος, Βοηθός σκηνοθέτη: Θεοδώρα Καπράλου, Βοηθός Σκηνογράφου: Δημήτρης Αγγέλης.

Ο Ευριπίδης πάντως τελειώνει το έργο του με όσα οι άνθρωποι δεν ξέρουν:

πολλών ταμίας Ζευς εν Ολύμπω/ πολλά σ’ αέλπτως κραίνουσιν οι θεοί/ και τα δοκηθέντα ουκ ετελέσθη/ των δ’ αδοκήτων πορον ηύρε θεός./ τοιόνδ’ απέβη τόδε πράγμα. «Πολλά κρατάει ο Δίας στον Όλυμπο για τους θνητούς, πολλά οι θεοί μάς δίνουν που δεν τα περιμένουμε, και εκείνα που περιμέναμε δεν έγιναν και εκείνα που δεν περιμέναμε μας βρήκαν. Κι αυτή η ιστορία έτσι τελείωσε».

Η παράσταση νεωτέρισε, βεβαίως, άρεσε γενικά, καταχειροκροτήθηκε θερμά και ο Λόγος πέρασε στον Κοίλον φέρνοντας την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν.