Ένας στρατιώτης ανακαλύπτεται από ένα δεκάχρονο κορίτσι, μόνος και πληγωμένος ανάμεσα στα δέντρα. Ο χρόνος δράσης, συνειδητοποιούμε σύντομα, είναι αυτός του Αμερικανικού Εμφυλίου και ο τόπος ένα παρθεναγωγείο του Νότου, ένα μεγάλο άδειο αρχοντικό που εγκαταλελειμμένο λόγω του πολέμου κατοικείται πια μόνο από εφτά γυναίκες όλων των ηλικιών. Σε ομόφωνη συμφωνία θα μαζέψουν, θα κρύψουν και θα περιθάλψουν τον Γιάνκη τραυματία. Φυσικά όλες τους, από το μικρότερο κορίτσι μέχρι τη διευθύντρια, τον επιθυμούν, όπως στις ιστορίες του Βοκκάκιου. Η ισορροπία και ειρήνη τους ωστόσο θα διαταραχτεί ανεπανόρθωτα από την παρουσία του εισβολέα και η αναπόφευκτη Aποπλάνηση του τίτλου θα αποδειχτεί διαφορετική απ’ ό,τι υποννοεί η προσεκτική, εσκεμμένα παραπλανητική σκηνοθεσία της Σοφία Κόπολα που, επιστρέφοντας μετά από μια πιο χαμηλόφωνη φάση, στη θεματολογία του πρώτου της έργου Αυτόχειρες Παρθένες μας δίνει μια από τις πιο όμορφες και προσωπικές της ταινίες.

Σοφία Κόπολα

Η πλοκή ακολουθεί πιστά την ομότιτλη, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία του 1971 με πρωταγωνιστή τον Κλιντ Ίστγουντ, αλλάζοντας ωστόσο ριζικά όχι τόσο, όπως έχει ειπωθεί, την εστίαση από τον άντρα στις γυναίκες που τον φιλοξενούν (η δομή διατηρείται αυτούσια), όσο τον τόνο που γίνεται πιο απαλός, πιο υπαινικτικός και εν τέλει φωτίζει άλλες διαστάσεις του αρχικού υλικού. Ο πρωτότυπος Don Siegel έχει έναν πεσιμισμό, μια οργή που προσπαθεί να διαχειριστεί, η Κόπολα σταθερά εκφράζει μια μελαγχολία, μια ανάγκη ελευθερίας και επικοινωνίας. Οι ήρωες και βέβαια οι ηρωίδες της περιβάλλονται από μια πληθωρική πολυτέλεια όχι εχθρική, αλλά σίγουρα περιοριστική. Και οι δυο δημιουργοί αγαπάνε την αίσθηση, το χρώμα, την κίνηση. Το σινεμά τους είναι σινεμά που φλερτάρει έντονα με τον ονειρισμό. Κι ο ονειρισμός αυτός βρίσκει στον μυθικό Αμερικανικό Νότο τέλεια έκφραση.

Ο Nότος στην Αμερικανική κουλτούρα και συλλογική συνείδηση έχει έντονη συμβολική φόρτιση. Τάση που μπορεί να διαπιστωθεί στους ήρωες του Μαρκ Τουέιν, στη σπαρακτική γραφή του Γουίλιαμ Φωκνερ (Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ) και τη ροπή προς την τρέλα της Μπλανς Ντιμπουά στο Λεωφορείον ο Πόθος του Τένεσι Ουίλιαμς, μέχρι στον υπέροχο Στρατηγό του Μπάστερ Κήτον αλλά και στην εξύμνηση ακόμα της Κου Κλουξ Κλαν στη Γέννηση ενός Έθνους του Γκρίφιθ, και πιο πρόσφατα στη χρήση του Νότου ως μυθικής πατρίδας του Κακού από τον Κουέντιν Ταραντίνο στο Django Unchained και στον Ντέηβιντ Φίντσερ στο τηλεοπτικό Ηouse of cards. Σε μια χώρα προσφύγων, χωρίς μνήμη ή παρελθόν, σε μεταφορικό τουλάχιστον επίπεδο (αφού φυσικά ο λευκός άποικος ποτέ δεν αποδέχτηκε τη σημασία ή και φυσική ύπαρξη του Ινδιάνικου πολιτισμού), ο ιστορικά ηττημένος, στοιχειωμένος νότος συμβολίζει ακριβώς τη χαμένη πατρίδα, τον απολεσθέντα παράδεισο. Ενώ ο κόσμος του γουέστερν στήνεται συχνά σαν ένας άχρονος τόπος, προϊστορικός σχεδόν στην αναπαράσταση του και σκηνικό δράσης κυρίως ατομικών ιστοριών, ο Νότος άρρηκτα συνδεδεμένος με την κατοχή γης (φεουδαρχική, προ-βιομηχανική εποχή), και φυσικά τη δουλεία, φαίνεται να αναπαριστά την αριστοκρατία, τη συλλογική χαμένη οικογένεια, το ιπποτικό αφήγημα, το Κάμελοτ.

Αν το γουέστερν είναι αιτιολογικός μύθος, η ιστορία του ταξιδιού του μοναχικού ήρωα-άποικου στη νέα άγνωστη γη, η ταινία του Αμερικανικού Εμφυλίου, ιδωμένη μέσα από την οπτική γωνία των νοτίων, συνειρμικά συνδέεται με τη μετάβαση από την προ-βιομηχανική περίοδο στην εποχή των μηχανών και κατ’ επέκταση έχει έντονα αποκαλυπτικό κι εσχατολογικό χαρακτήρα, είναι ένα όραμα του τέλους. Η δε απελευθέρωση των δούλων, μοτίβο σταθερό, ακόμα και μέσα από τον υπαινιγμό (η Κόπολα συνειδητά, αν και κάπως άτολμα μου φαίνεται, αφαιρεί τον χαρακτήρα-κλειδί της μαύρης σκλάβας από το πρωτότυπο βιβλίο), δένει άρρηκτα τη μυθολογία του Νότου και με την Παλαιά Διαθήκη, ιδιαίτερα με την Έξοδο και τη μορφή του Μωυσή. Όπως οι πληγές του Φαραώ στον βιβλικό μύθο σκιάζουν τη φαινομενική ευτυχία της Αυλής της Αιγύπτου, έτσι κι ο μυθικός Αμερικανικός Νότος αποδεικνύεται ένας κόσμος που σείεται, λίγο πριν σβήσει.

Η ομορφιά του Beguiled ‒τίτλος κρυπτικός που ακριβέστερα θα μπορούσε να αποδοθεί ως «αυτοί που αποπλανήθηκαν» και καθώς η αγγλική γλώσσα δεν προσδιορίζει το γένος της μετοχής μπορεί να αναφέρεται κάλλιστα τόσο στα κορίτσια όσο και στον αιχμάλωτο στρατιώτη‒, βρίσκεται στην απόλυτη ταύτιση της παραπάνω μελαγχολικής κουλτούρας μ’ έναν λεπτό ερωτισμό. Ο αποχαιρετισμός σε μια περίοδο που σβήνει και η καταγραφή μιας ιστορίας που σύντομα θα αποδειχτεί εξιστόρηση ενός προμελετημένου φόνου, δίνονται εδώ σαν ερωτικό τραγούδι.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.