«Που να σε πάρει και να σε σηκώσει, πανούργα, δεν θα σε πετύχω αναθεματισμένη; Αλλά από μαύρη κι άραχνη θηλυκιά τι περιμένεις; Στάσου να σε κυκλώσω κι αν σε πιάσω κακομοίρα μου θα σε φέρω τόσες σφούρλες που θα δεις τον κόσμο ανάποδα. Ακούς εκεί, να χυμήξεις σ’ εμένα την Ποτούλα να με ξεσκίσεις… Ορμάω και σε κάνω κομματάκια πρώτη εγώ, τ’ ακούς;»

Γύριζε στην αυλή με σηκωμένη τη φούστα στα χέρια και ξυπόλητη, να ’ναι έτοιμη μόλις τη δει, να τρέξει να την αρπάξει. Ιούλιος μήνας, ζέστη αφόρητη. Ακουγόταν μαζί με τα τζιτζίκια κι ο γδούπος απ’ τις φτέρνες της που έσκαγαν στο χώμα και στις πυρωμένες πλάκες εναλλάξ. Στην τέταρτη γύρα κουράστηκε. Η καρδιά της. Όρμησε στην σκάλα της βεράντας και πεσμένη στα τέσσερα έφτασε μέχρι το μπαμπού σαλόνι. Γράπωσε το μπράτσο της πολυθρόνας και μ’ ελιγμό χύθηκε φαρδιά πλατιά αφήνοντας έναν αναστεναγμό.

Ένιωθε την απειλή, κινδύνευε από στιγμή σε στιγμή να της επιτεθεί η γάτα, έπρεπε να ανασυντάξει τις δυνάμεις της, να σκεφτεί. Η Σούγκαρ το έκανε μία φορά, αλλά μπορεί να το ξανακάνει. Είναι τόσο πανούργα όσο και η ανιψιά της που την έφερε πεσκέσι, δήθεν να της κρατάει συντροφιά.

Το στόμα της ξεράθηκε απ’ τον καυτό αέρα που πύρωνε τη βεράντα κι ένας κόμπος στη βάση του λαιμού την εμπόδιζε να καταπιεί. Είχε ανάγκη από νερό, η ζάλη της έριξε το κεφάλι προς τα πίσω, τα χάπια της, κανένας δεν ήταν κοντά να τη βοηθήσει, δύο γατίσια μάτια την παρακολουθούν, σκοτείνιασε η βεράντα, το μπαμπού σαλόνι μίκρυνε τόσο που χωράει στο κουκλόσπιτο των παιδικών της χρόνων.

Είδε τον εαυτό της μέσα στο κουκλόσπιτο, έψαχνε τη Σούγκαρ, την άκουγε να νιαουρίζει ψιθυριστά, πού και πού να βρυχάται γατίσια, απειλητικά, ήξερε ότι παραμονεύει να της ορμήξει, το δεμένο χέρι τής θύμισε το συμβάν. Η Σούγκαρ σαν αθώα πλησίασε στα πόδια της, άπλωσε η Ποτούλα το γερό χέρι και την άρπαξε χαιρέκακα από την ουρά. Έπαιξε στα χέρια της τη γάτα, την έστριψε από ’δω, την έστριψε από ’κει, την ανακάτεψε και τίναξε το τρίχωμα που μαδούσε, την πέταξε στον αέρα και την έπιασε πάλι. Μόνο που αυτή η αφιλότιμη άφηνε στριγκλιές κι ανατρίχιαζε η Ποτούλα να την ακούει.

Μοναδική της παρέα ήταν η Σούγκαρ. Καιρό τώρα την εγκατέλειψαν οι συγγενείς, δικά της παιδιά δεν είχε, μόνο μια ανιψιά εμφανιζόταν αραιά και που γατί καλόβλεπε το σπίτι. «Θα δούμε», της είπε. Εκείνη της έφερε τη γάτα και ήταν μια γάτα σκέτος δαίμονας. Μαύρη, ύπουλη, μοβόρα. Το «Σούγκαρ» παραπλάνηση, μέχρι που χύμηξε να τη δαγκώσει. Το γιατί, η Ποτούλα δεν το κατάλαβε. «Κακιάς ώρας γέννα» είπε στην ανιψιά της στο τηλέφωνο κι εκείνη γέλασε.

Ήξερε ότι οι γάτες είναι εφτάψυχες και την ώρα που την κρατούσε στα χέρια της την έσφιξε, έτσι, για να της δώσει ένα μάθημα. Εκείνη τίναξε τα πίσω πόδια, έβγαλε τα νύχια της, έκανε δύο απόπειρες να την γρατσουνίσει. Η Ποτούλα αγρίεψε, την έσφιξε κι άλλο. Τα νύχια της γάτας υποχώρησαν νικημένα ένα ένα, της Ποτούλας βυθίστηκαν θριαμβευτικά στον μικροσκοπικό λαιμό. Ζαλίστηκε πάλι.

Όταν συνήλθε είχε γίνει σαν γαλλικό σίγμα, βυθισμένη για ώρα στην μπαμπού πολυθρόνα. Νύχτωσε και δεν έλεγε να δροσίσει. Σύρθηκε στην κουζίνα και η ζάλη την ακουλούθησε. Γύρισε με το νερό και τα χάπια στο χέρι και τότε την είδε στο πάτωμα, στη βάση της πολυθρόνας. Τη σκούντηξε, η γάτα ακίνητη.

Έκλαψε με λυγμούς. Μάλλον επειδή έπαψε να είναι μαλακή, δίπλωσαν τα κόκαλα και πάγωσε το τρίχωμά της. Της έλειψε ξαφνικά η ζεστασιά της και το γουργούρισμα, η αντίστασή της στο παίδεμα, οι τρυφερές γρατσουνιές στο χέρι της, ακόμα και το δάγκωμα που της κατάφερε τις προάλλες. Έχει όμως άλλες έξι ζωές η Σούγκαρ. Η Ποτούλα το θυμάται αυτό, δεν μπορεί κανείς να την ξεγελάσει.

Καύσωνας-ξεκαύσωνας η Ποτούλα την παραφυλάει, καθισμένη στο μπαμπού σαλόνι της βεράντας. Κοιμάται και ξυπνάει μούσκεμα στον ιδρώτα, κάνει αέρα με την βεντάλια, μια αφόρητη μυρωδιά την ενοχλεί, την ενοχλεί και το πείσμα της Σούγκαρ, που σε επίδειξη ισχύος αρνείται πεισματικά να σηκωθεί, σφάλισε οριστικά τα μάτια της και βάλθηκε να χωνέψει και να γίνει μια σταλιά. Το τρίξιμο της αυλόπορτας τινάζει την Ποτούλα απ’ τον λήθαργο. Αμέσως μετά ακούγεται σπαραχτική και μακρόσυρτη μια κραυγή.

«Σούγκαρ…»

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα. Στείλτε κι εσείς το δικό σας!]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.