Γιώργος Ανδρειωμένος, «Πότε θα κάνει Ξαστεριά»: Από τις ρίζες των Λευκών Ορέων στην πανελλήνια χρήση, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2017, σελ. 376 [φιλολογική μελέτη].

Το νεότευκτο και άρτι εκδοθέν βιβλίο του Γιώργου Ανδρειωμένου με τίτλο «Πότε θα κάνει Ξαστεριά»: Από τις ρίζες των Λευκών Ορέων στην πανελλήνια χρήση είναι μια πρωτότυπη φιλολογική μελέτη που συζητά διεξοδικώς τις παραλλαγές του τραγουδιού της Ξαστεριάς και πώς αυτό, ξεκινώντας από τα Λευκά Όρη των Χανίων, γνώρισε πανελλήνια διάδοση. Η ιδιοτυπία του εν λόγω πονήματος έγκειται στο ότι για πρώτη φορά αναδεικνύονται οι ετερόκλητες χρήσεις του τραγουδιού και εντάσσονται στα διάφορα κοινωνικά και πολιτικά συμφραζόμενα από τα βυζαντινά χρόνια έως και τη σύγχρονη πραγματικότητα. Την πνευματική υπεραξία της μελέτης του κ. Ανδρειωμένου ενισχύει η επιτόπια έρευνα επί πρωτογενούς υλικού, η οποία επέτρεψε στον συγγραφέα να σχηματίσει άρτια και καινοφανή συμπεράσματα προς όφελος και πνευματική οικοδομή του αναγνώστη. Στο εν λόγω βιβλίο η περίπτωση μελέτης του περιώνυμου τραγουδιού αναπτύσσεται και αιτιολογείται με ικανοποιητικά επιχειρήματα, δίδοντας έτσι τη δυνατότητα σε κάθε ενδιαφερόμενο να παρακολουθήσει προσεκτικά και ενδελεχώς τις ποικίλες μεταλλαγές της Ξαστεριάς και πώς αυτή εντάσσεται, απεντάσσεται και επανεντάσσεται στο εκάστοτε διαμορφούμενο κοινωνικό πλαίσιο.

Η μελέτη του Γ. Ανδρειωμένου είναι μια φιλολογική δοκιμή, υπό την έννοια της προσέγγισης ως προς την αληθή ταυτότητα του συζητούμενου τραγουδιού· το πρωτογενές υλικό που κομίζει σε κάθε σελίδα της συζήτησής του, η άρτια τεκμηρίωση των αναφυομένων ερωτημάτων με παραπομπές σε αρχειακό υλικό, τα διαδικτυακά στοιχεία και η βιβλιογραφία, η βαρύτητα του επιστημονικού λόγου και η διάχυτη εμβρίθεια που διέπει το κείμενο ανάγουν την έρευνα του κ. Ανδρειωμένου σε ένα αδιαφιλονίκητα υψηλό επίπεδο ποιότητος. Επειδή comparaison n’est pas raison, ο συγγραφέας μετέρχεται ένα πολύμορφο υλικό για να αποκρυσταλλώσει την άποψή του και να προσφέρει έτσι ένα πλήρες συναγόμενο.

Η δοκιμή προσέγγισης του συγγραφέως σε σχέση με την Ξαστεριά ίσταται πρωτοπόρα καθώς θέτει υπ’ όψει ρηξικέλευθα συμπεράσματα για τον αναγνώστη, καλύπτοντας συνάμα ένα κενό στη σχετική βιβλιογραφία. Αποδεικνύει με επάρκεια ότι η Ξαστεριά «ξεκίνησε» από τα Χανιά και μετά διαδόθηκε σε πανελλήνια χρήση· με αυτήν την άποψη ευθυγραμμιζόμαστε και εμείς, αφού το ριζίτικο ανέκαθεν υπήρξε ένα είδος τραγουδιού που αδόταν και άδεται στην ευρύτερη περιοχή των Χανίων και όχι στην υπόλοιπη Κρήτη. Επιπλέον, η εξέταση για την ταυτότητα του τραγουδιού επεκτείνεται και στα νεώτερα πολιτικά συμφραζόμενα της Χώρας. Εν γένει, η οπτική του συγγραφέως είναι μια tour de force για τις καταβολές αλλά και την περαιτέρω εξέλιξη της Ξαστεριάς.

Η μέθοδος που χρησιμοποιεί ο γράφων αναλύεται εκτενώς στο κεφάλαιο «Προοικονομία», όπου εκεί εκθέτει τον τρόπο με τον οποίον στοιχειοθέτησε και ενεργοποίησε την προσωπική ερευνητική του ματιά. Όλα αυτά συμπληρώνονται από ένα τεράστιο όγκο πολυτίμων υποσημειώσεων και βιβλιογραφικών πηγών.

Σε σχέση με τη δομή: Μετά την κατάστρωση και παρουσίαση της μεθοδολογίας πραγμάτευσης του θέματος ακολουθεί το κεφάλαιο «Οι τελευταίοι στίχοι του άσματος και το ερμηνευτικό τους πρόβλημα», όπου ο συγγραφέας θεωρεί ότι οι τελευταίοι στίχοι είναι ενδεικτικοί για τις λογοτεχνικές καταβολές του τραγουδιού· στο «Τραγούδι του κυνηγού ή του μονομάχου» παρακολουθεί τις «μεταμορφώσεις» του άσματος μέσα σε ένα επικό πλαίσιο· στο «Τραγούδι με μαχητικό-ηρωικό περιεχόμενο» διεισδύει έτι περαιτέρω στην προέλευση του τραγουδιού, αφορμώμενος από τη βυζαντινή εποχή και καταλήγοντας στις αρχές του 19ου αιώνα στην Κρήτη· στο «Οι μεταγενέστερες εκδοχές και χρήσεις της Ξαστεριάς» συνεχίζει την έρευνά του, συσχετίζοντας το άσμα με το Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, τον Μακεδονικό Αγώνα, τους Βαλκανικούς Πολέμους, τη Μάχη της Κρήτης, τη Γερμανική Κατοχή και την επτάχρονη δικτατορία· στο «Μεταπολίτευση-μνημόνιο, αντιμνημόνιο» ασχολείται με τις παραλλαγές της Ξαστεριάς, μέσα στο πλαίσιο μιας οξυμμένης πολιτικής ρητορικής. Στο «Άλλες χρήσεις της Ξαστεριάς» παραθέτει επιπλέον χρήσεις του άσματος. Ακόμη, παρουσιάζει τις παραλλαγές της Ξαστεριάς κατά ομάδες και χρονολογική σειρά δημοσίευσης. Τέλος, η ποικίλη και εκτενής «Βιβλιογραφία» λειτουργεί τεκμηριωτικά, παρέχοντας το έναυσμα στον αναγνώστη να προχωρήσει σε παραπάνω αναδίφηση επί του θέματος. Το βιβλίο ολοκληρώνει σχετικό φωτογραφικό υλικό.

Όπως ισχυρισθήκαμε παραπάνω, το βιβλίο «Πότε θα κάνει Ξαστεριά» είναι ένα εντυπωσιακό βιβλίο. Οι φιλολογικές ικανότητες του συγγραφέως αναφαίνονται στο παρόν πόνημα με εύγλωττο τρόπο. Επί παραδείγματι, ο Ανδρειωμένος δεικνύει ένα μοναδικό ταλέντο διαχείρισης ενός τεραστίου και ετερόκλητου πρωτογενούς υλικού, το οποίο αναφέρεται σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων· επίσης, επιλέγει πολύ προσεκτικά τις αναφορές του, προκειμένου αυτές να συμβάλουν στην αποτελεσματικότερη πρόσληψη του θέματός του από τον αναγνώστη. Κατ’ ουσίαν, η κύρια συνεισφορά αυτής της μελέτης είναι ότι διαφωτίζει τον τρόπο με τον οποίον η Ξαστεριά γεννήθηκε και εξελίχθηκε μέχρι και τις μέρες μας. Εν κατακλείδι, η εκδοχή του Γ. Ανδρειωμένου είναι μια δυναμική αναδίφηση ετερογενών πηγών αναφορικά με τη διαλεκτική σχέση ιστορίας και κοινωνίας και πώς αυτές οι δύο παράμετροι συνέβαλαν στην εξέλιξη της Ξαστεριάς.

Το εν λόγω βιβλίο είναι καλογραμμένο, ευανάγνωστο, με υψηλού επιπέδου ελληνομάθεια, και προσφέρει στους αναγνώστες του νέες απόψεις μέσα από ένα πρωτόφαντο και πρωτότυπο πρίσμα. Το «Πότε θα κάνει Ξαστεριά» προκαλεί τους επίδοξους αναγνώστες να το διαβάσουν και να μάθουν οι ίδιοι για το πασίγνωστο τραγούδι που πάντα συγκλονίζει τις καρδιές των Ελλήνων. Άλλωστε, αυτό πιστεύουμε ότι είναι και η μύχια προσδοκία του συντάκτη του βιβλίου αυτού: να κάνει τον αναγνώστη του συμμέτοχο στην κεκρυμμένη γνώση της λαϊκής σοφίας και να τον βοηθήσει να εξάρει το πατριωτικό του συναίσθημα μέσα από το αγέρωχο μήνυμα της Ξαστεριάς.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Henri Cartier-Bresson.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.