Μας έκοψε δυο φρέσκα σύννεφα για βραδινό ο ουρανός.
Μυρωδάτα, κατακόκκινα και χνουδωτά
όπως τα πρώτα μας φιλιά, όχι σαν εκείνα τα βαμβακερά
της αναγέννησης και τα άλλα τα διάφανα του Monet.

Δυο πιάτα βότσαλα, ζυμωτό το ψωμί της άμμου.
Θάλασσα αφρισμένη και καλόπιοτη στις χούφτες μας
κι άγριος λίβας νυχτερινός στα μαστιχόδεντρα
που στάζουν στη μουδιασμένη γη.

Θες λοιπόν να φύγεις από την άδεια πόλη;
Κατέβα στους δρόμους χωρίς να κοιτάξεις πίσω σου
τη φλεγόμενη ζωή που εκκρεμεί
ανάμεσα στις σκιές των ζωντανών αγαλμάτων
θαμμένη στην λάσπη της Ερυθράς Μνήμης.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]