Ακηδία ανέστιων ονείρων.
Προσέγγιση της ποιητικής συλλογής του Νίκου Πουλινάκη «Τράπεζα φιλάσθενης νοσταλγίας», εκδόσεις ΑΩ, 2017

Αποθηκεύεται άραγε η νοσταλγία; Φυσικά, στα ενδότερα της ύπαρξης. Τοκίζεται; Πολλές φορές, στο λαβύρινθο της μνήμης. Έχει αξία; Ανυπολόγιστη. Μπορεί να ανατρέψει καταστάσεις στα καλά καθούμενα; Με άνεση. Μα κάτι που έχει αξία, κάτι που μπορεί να ανατρέψει τα πάντα σε λίγα λεπτά, κάτι που αποθηκεύεται και τοκίζεται, σαφώς έχει σχέση με Τράπεζα. Τέσσερα κοινά σημεία νοσταλγίας και τράπεζας, και ένα ακόμη πέντε: μπορούν να τυπώνουν ομόλογα. Η τράπεζα ομόλογα σταθερού επιτοκίου, κυμαινόμενου, κλπ ενώ η νοσταλγία ομόλογα ελπίδας και ονείρου, όπως αυτά

των ατακτούντων παίδων που τολμούν ν’ αφήνουν ανοιχτό παράθυρο σε μία περαιτέρω επιμήκυνση των ομολόγων της ελπίδας και του ονείρου.

Άρα, αρχίζω (δεν είμαι βέβαιος) να αποκρυπτογραφώ την πρώτη και τελευταία λέξη του τίτλου της πρώτης ποιητικής συλλογής του Νίκου Πουλινάκη «Τράπεζα φιλάσθενης νοσταλγίας», εκδ. ΑΩ, 2017.

Αν προσθέσω όμως και τον στίχο του Γιώργου Γεωργούση από τη συλλογή του «Τα Ποτάμια» (εκδ. Γαβριηλίδης, 2016): «Η νοσταλγία του καθενός είναι η αθωότητά του», το πράγμα αποκτά άλλο ενδιαφέρον.

Εξακολουθεί να μένει ο πονοκέφαλος της «φιλάσθενης», σαν κωδικός πιστωτικής κάρτας που ξεχάσαμε και δεν τον έχουμε αποθηκεύσει πουθενά. Φιλάσθενης. «Φίλης» του «μη» (α) «σθένους». Γιατί να είναι ευάλωτη, ευαίσθητη, ευμετάβλητη, ευπρόσβλητη;

Ποια νοσταλγία μπορεί να είναι έτσι; Ίσως αυτή που δεν έχει στεριώσει καλά μέσα μας ή αυτή που επηρεάζεται από τη δυναμική των γεγονότων του παρόντος και υπό την πίεση τους καταρρέει. Ίσως αυτή που επίτηδες αρρωσταίνει, για την αφήσουμε ήσυχη ώστε να καταφέρει λάθρα να επιβιώσει. Ίσως ακόμη αυτή που έλκει τη φιλασθένεια συνειδητά, είτε για να προκαλεί οίκτο ή συμπάθεια, όπως γίνεται συνήθως με τους ασθενείς, είτε για να τραβάει μονίμως την προσοχή. Οι ερμηνείες είναι αρκετές. Το βέβαιο είναι πως αυτή η λέξη, σφραγίζει με το ειδικό της βάρος τον τίτλο.

Στο πρώτο ποίημα, για την τράπεζα της ποιητικής συλλογής, τονίζεται το

νόμιμο μονοπωλιακό της δικαίωμα να τυπώνει και να δανείζει με τόκο φτερουγίσματα αναμάρτητης αταξίας.

Τι είδους τράπεζα είναι αυτή όταν είναι και παράνομος διακινητής ονείρων αλλά και ομολογιούχος μειωμένης εξασφάλισης περίεργων και ανήμπορων καιρών;

Γιατί καλούνται να λάβουν πρωτοβουλίες επιτάχυνσης της ίδρυσής της αναλφάβητες και ανειδίκευτες ρυτίδες; Πολλά τα ερωτήματα. Η ποίηση ενεργοποιεί διαδικασίες συμμετοχής με ελευθερία επιλογών. Μια από τις δικές μου εκδοχές, είναι πως πρόκειται για την σκοτεινή τράπεζα του υποσυνείδητου. Εκεί η πύλη των ονείρων, εκεί η αφετηρία των ελπίδων, εκεί η νοσταλγία, εκεί ένα μέρος λανθάνουσας μνήμης, εκεί ενοχές, τιμωρίες, άδηλες προσμονές, εκεί ερωτικές ρίζες, εκεί η πηγή των θέλω, εκεί τα ανεξήγητα, εκεί πολλά. Ίσως γι’ αυτό και το κλειδωμένο σεντούκι στο εξώφυλλο, έργο του Βαγγέλη Τζερμιά. Συμβολικό, πάντως όχι τυχαίο.

Δεν αποκαλύπτω άλλα. Ο αναγνώστης θα κληθεί να λάβει θέση.

Τράπεζα φιλάσθενης νοσταλγίας. Ρίσκο ο τίτλος, αφού ο πόνος, είναι κυρίαρχος και στις τρεις λέξεις οι οποίες τον απαρτίζουν. Ένα τηλεφώνημα από την τράπεζα  σήμερα για την απαίτηση εξόφλησης των οφειλών, πονάει. Φιλασθένεια  χωρίς πόνο γίνεται; Μα και στη νοσταλγία  μέσα, κρυμμένος ο πόνος (άλγος). Τολμηρός ο Ν. Πουλινάκης αλλά και πρωτότυπος αφού συσχετίζει το τραπεζικό σύστημα αξιών με το ποιητικό αξιακό σύστημα αλλά και με αυτό του εσώτερου εαυτού μας.

Πρώτος συνειρμός στο άκουσμα της λέξης τράπεζα, για την πλειονότητα των συμπολιτών μας, είναι το χρέος. Το χρέος, το οποίο στο ομότιτλο ποίημα,

χτίστηκε όλως αυθαιρέτως και αυταρχικώς και  πήγε να συναντήσει αλλοτινές οφειλές που αφορούν τεκμαρτή δαπάνη κατανάλωσης φεγγαριού,
ενώ εμείς
μαντρωμένοι σ’ ένα σπιτρτόκουτο.

Ως και το αγνάντεμα του φεγγαριού συνυπολογίζεται για τους «μαντρωμένους», θυμίζοντας το 1984 του Τζώρτζ Όργουελ.

Μα και οι αναστεναγμοί, στην στυγνή οικονομική πραγματικότητα που με βία προσπαθεί να μας επιβληθεί, είναι απαγορευμένοι. Όποιος τολμήσει, παραπέμπεται

στην αγκαλιά του αυτόφωρου με την κατηγορία
της παράνομης χρήσης ρυπαίνοντος
σάρκινου αναστεναγμού.

Εν τω μεταξύ, αν και σε ποίημα προς το τέλος, στηλιτεύεται ωμά ο σύγχρονος πολιτισμός με τα άγχη και τα βρωμερά υπολείμματα της καταναλωτικής μας κοινωνίας. Παράλληλα,

πλαστογραφούνται οι υπογραφές κάποιας ελπίδας και δίνεται σημασία στη λειψυδρία που μαστίζει ένα σωρό συναισθήματα.

Οι ελπίδες; Κρίνονται ανενδοίαστα και αυτές ένοχες με δικαστική απόφαση.

Επιβιώνουν όμως, κρυμμένες μέσα στην προσμονή. Τα λαρύγγια:

διαδηλώνουν απεγνωσμένα για δυο χούφτες προσμονή

γιατί η προσμονή είναι και άρνηση συμμόρφωσης και διέξοδος για τον καταπιεσμένο, ο οποίος με τον τρόπο αυτό, αφού βγάλει

από την τσέπη του σακακιού του ξεγοφιασμένες προσμονές…
ανοίγει πανιά και εισπλέει ειρηνικά στους σφυγμούς του μέλλοντος.

Στο ποίημα «Ένας Λησμονημένος Ήλιος», αναρωτιέσαι ποιος ήλιος είναι αυτός που έγλειφε με τη γλώσσα … δάκρυα πείνας από αδηφάγα όνειρα, που πυρπολούσε ένα ακυβέρνητο αποδημητικό φεγγάρι και που εν τέλει αυτοκτόνησε  όταν αντιλήφθηκε πως δεν μπορούσε να απειλήσει … την αφύπνιση μιας εύχυμης συνείδησης. Δε θα δώσω τη δική μου εκδοχή, θα πω μόνο πως η αφύπνιση μιας συνείδησης μοιραία έρχεται κάποτε και δεν μπορεί να την εμποδίσει τίποτε, κανένα δέλεαρ, κανένα τυρί στη φάκα, καμία ονειροπόληση, καμία επανάπαυση, κανένας προβολέας κατευθυνόμενου φωτός. Η έκρηξη είναι καταλυτική, ανατρεπτική, απελευθερωτική!

Το φεγγάρι, συχνά παρόν στα ποιήματα, κάνει κύκλους. Στο ποίημα «Αχρεωστήτως Καταβληθέντα» τα αδήλωτα και παραπλανημένα φεγγάρια της ανυπότακτης νιότης γίνονται χώροι για τις διανυκτερεύσεις των ονείρων και το πρωί, ο Ήλιος, ένας άλλος Ήλιος, φοροεισπράκτορας της ψυχής, φωτίζοντας την αλήθεια, προκαλεί ρυάκια δυσανάγνωστων δακρύων. Τότε, η σκληρή πραγματικότητα, οδηγεί σε διαδικασία … ολικής έντοκης επιστροφής των φεγγαριών ως αχρεωστήτως καταβληθέντων. Από εκεί, θέλω να ελπίζω, τα φεγγάρια πάλι γίνονται χώροι για τις διανυκτερεύσεις των ονείρων, και οι κύκλοι συνεχίζονται.

Έννοιες, υποθέσεις, συναισθήματα, σε αφθονία στα ποιήματα. Το σώμα πού είναι; Αν είναι, πώς αποδίδεται;

Το σώμα, στο ποίημα «Αποθρασυμένος», με την έξοδό του από τη μήτρα, προικίζεται με αισθήσεις και  φαντασία. Έρχεται μετά η πορεία στη ζωή, ο στραγγαλισμός από τις κοινωνικές πεποιθήσεις και το σώμα από αγγελικό γίνεται ανθρώπινο, δηλαδή ενσωματώνει τη ντροπή και το φόβο. Η ντροπή ή ο φόβος, ακόμα και κάτω από την ιεραρχία και τη φαινομενική ηρεμία μιας τράπεζας (Ψυχικός Κόσμος, Υποσυνείδητο, Ένδον, Ύπαρξη εν συνόλω, …) ψάχνουν χώρο για να κρυφτούν. Πού; Ο Ν. Πουλινάκης το λέει έξοχα:

επιμελώς πίσω από την πυκνή βλάστηση μιας ανυπόφορης και ανελέητης αβεβαιότητας ονείρων.

Σε προηγούμενο ποίημα της συλλογής, το σώμα τιμάται  ως μέρος του όλου: ροδοκόκκινη δίχως  φτιασίδια, … έδινες … έδινες … έδινες  με πλήρη λειτουργία και των πέντε αισθήσεων. Στον απολογισμό, ο ένας από τους δυο (ή η δεύτερη υπόσταση του ιδίου;) συνειδητοποιεί πως αυτά που εκείνος μπόρεσε να δώσει, ήταν ένας σταυρός, ένας Γολγοθάς. Αυτά που μπόρεσε να δώσει πού; Στη σύντροφο του ή μήπως στον εαυτό του, στο έσω εγώ; Εκλαμβάνεται και έτσι, και αλλιώς. Το αποτέλεσμα είναι τρεις λέξεις:

Ζητώ συγχώρεση. Έσφαλα.

Δεν είναι λίγο.

Όπου σώμα και χρόνος. Ο χρόνος, με έμμεσες αναφορές, υπάρχει ως παράμετρος:

μεσόκοποι, μια στιγμή, χειμώνες-καλοκαίρια, μια φορά σε δίσεκτο καιρό, του μέλλοντος, τα τελευταία χρόνια, τώρα, τα χρόνια κύλησαν, μηνιαίες δόσεις, ομόλογα, κλπ. Καλώς.

Νοσταλγίες στην υπ’ όψη ποιητική τράπεζα, πολλές. Καθοριστική όμως, αυτή του Έρωτα:

Αχ και να γινόσουν για μια στιγμή
η μέλισσα που θ’ άφηνε μέλι
στις κηρήθρες του είναι μου

ενώ η ίδια η νοσταλγία, προσωποποιημένη (ως τρομοκράτης), εισβάλλει στα σωθικά του ανθρώπου ή και αντίστροφα (στην ποίηση όλα επιτρέπονται), ο άνθρωπος εισβάλλει (ως τρομοκράτης) στα σωθικά της νοσταλγίας, και η κατάληξη είναι και στα δυο ενδεχόμενα η ίδια, μιας και

σαν το πλέον απειλούμενο είδος του έρωτα τον φιλο-
ξενεί στους κοραλλιογενείς υφάλους του κορμιού της.

Η νοσταλγία του έρωτα γίνεται πόθος, επιθυμία. Έρωτα κόπιασε:

να σε κεράσουμε την ανάγλυφη ψίχα των κυττάρων μας
να μας ζυμώσεις σαν ευλογημένο πρόσφορο στο μεγάλο πανηγύρι σου.

Το τίμημα της ποίησης για τον ποιητή, τον καταφώρως αδικηθέντα εργάτη του φεγγαριού; Ιδού: τον στράγγιξε η νύχτα ρουφώντας κάθε δάκρυ του.

Στο προτελευταίο ποίημα Απειθάρχητες Ανάσες, ανακεφαλαιώνονται και επαναδιατυπώνονται τα ήδη λεχθέντα, ως διαρθρωτική κατακλείδα. Ξεκινώντας ο άνθρωπος από ένα τραγούδι για μελιστάλαχτα πέλαγα, εκφράζοντας την ανάγκη του για ομορφιά, λυρισμό, ταξίδι, ενσωματώνει μέσα του ένα κομμάτι ενήλικου ουρανού ως προσδοκία, ελευθερία, φλέγεται στη συνέχεια από ανεγγύητα όνειρα, τα οποία έρχονται άλλοτε ως διαφυγή, άλλοτε ως χρησμός, άλλοτε ως εφιάλτες και η ποθούμενη λύτρωση, επιτυγχάνεται  μέσα από πεταλούδες ξεσκέπαστων λυγμών. Τότε, μπορούν να αρχίσουν οι:

κωδωνοκρουσίες αφύπνισης και εξέγερσης από το πύρινο μέτωπο της ψυχής μου.

Η έξοδος, γίνεται με τρία εξαιρετικά χαϊκού που διασχίζουν ισάριθμους δρόμους, κρατώντας μια ομπρέλα, που φέρει το όνομα «φλογίτσες». Η οδός:

α. του ονείρου – ονείρου ψίχα (το όνειρο ως ψωμί της ζωής)

β. του ουρανού – φλούδες ουρανού  {ως προσδοκία, προς τα άνω βλέμμα, ελπίδα, αλλά και ουρανός ως μήλο (ας είναι και της Εύας), μιας και το πορτοκάλι και μάλιστα μπλε, είναι η γη κατά τον Paul  Elyard} και

γ. του ήθους – καρπίζει ήθος.

Πριν το τέλος, ακόμα ένα ερώτημα που με απασχόλησε κλείνοντας τα μάτια μετά την τελευταία ανάγνωση. Πόσο επηρεάζουν το επάγγελμα και οι σπουδές την κοσμοθεωρία ενός ανθρώπου; Πόσο επηρεάζεται ο λόγος του, η ζωή του; Ο Ν. Πουλινάκης, τραπεζικός υπάλληλος σύμφωνα με το βιογραφικό του, χρησιμοποιεί τραπεζικούς όρους (ομόλογα, δάνεια, πλειστηριασμούς, τόκους, κλπ) και μεταφορές για να περιγράψει αυτά που τον ταλανίζουν. Προσπαθεί να ξεφύγει από τον κλοιό που αισθάνεται να σφίγγει γύρω του, με την ίδρυση της δικής του, φανταστικής (;) τράπεζας, θέλοντας να ξορκίσει πολλά από αυτά που τον ισοπεδώνουν.

Με μια γλώσσα συμβολική, κατ’ εξοχήν μεταφορική, με συχνή χρήση ηχηρών επιθέτων που συναγωνίζονται το ουσιαστικό με το οποίο άρρηκτα συνδέονται, με χρήση κρυπτογράφησης σε πολλές περιπτώσεις, αρθρώνεται ο ποιητικός του λόγος. Τα ποιήματα είναι στην συντριπτική τους πλειονότητα πεζόμορφα, χωρίς αυτό να μειώνει καθόλου την ομορφιά τους.

Μια ποιητική συλλογή που δεν είναι εύπεπτη και δεν αρκεί η πρώτη ανάγνωση για να μπεις στο πνεύμα, μα σε καλεί ξανά και ξανά, για να ξεκλειδώσεις -αν μπορέσεις- τις θυρίδες του θησαυροφυλακίου της, μιας και πρόκειται για Τράπεζα, Τράπεζα Νοσταλγίας και Λέξεων. Νοσταλγίας φιλάσθενης. Λέξεων Υγιών. Ας είναι καλοτάξιδη.

Ένα ποίημα, από όπου και ο τίτλος της προσέγγισής μου, ως τελευταία εντύπωση:

ΟΛΟΦΥΡΜΟΣ

Φυσαλίδες νοσταλγίας του ουρανού εκπλειστηριά-
ζονται με επίσπευση των διεφθαρμένων κληρονόμων
αποβιώσαντος ολοφυρμού, αφού έχει επικρατήσει η
αντίληψη πως υπογράφοντας προσκυνοχάρτια θ’ ανα-
γνωριστεί το σύνολο της προϋπηρεσίας της ακηδίας

ανέστιων ονείρων.