Το εικοστό βιβλίο ποίησης, το τριακοστό τέταρτο συνολικά του Θεσσαλονικιού ποιητή και πεζογράφου Τόλη Νικηφόρου. Μία πορεία στα γράμματα που άρχισε με την ποιητική συλλογή Άταφοι του 1966 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα με μία σταθερή κανονικότητα, μια και τα τελευταία χρόνια εκδίδεται από τον εκδοτικό οίκο Μανδραγόρα του ποιητή Κώστα Κρεμμύδα, περίπου ένα βιβλίο του Τόλη Νικηφόρου κάθε χρόνο.

Ο Τόλης Νικηφόρου θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς, είναι σαν τους ζωγράφους που ζωγραφίζουν το ίδιο τοπίο συνέχεια, κάθε φορά όμως κάθε πίνακας τους είναι διαφορετικός. Αλλάζουν οι ιριδισμοί, οι αποχρώσεις, τελειοποιείται κάθε φορά το στυλ, το πινέλο κινείται με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στο χέρι τους, η θάλασσα φαίνεται πιο ζωντανή, το βαθύ γαλάζιο της αντίο πλαταίνει. Η αγάπη βαθαίνει.

Ο Τόλης Νικηφόρου διατηρεί την ίδια θεματολογία, πολλές φορές χρησιμοποιεί ακόμα και ίδιες λέξεις σε κάθε συλλογή του, όμως κάθε φορά σε κάθε συλλογή, σε κάθε νέο ποίημα, ξαφνιάζει και δονεί όλο και περισσότερο τον αναγνώστη του. Είναι σαν ο ίδιος ο ποιητής να αναβαπτίζεται στην τέχνη του και να προβάλλει καινούργιος κάθε φορά με ενισχυμένη όμως την ποιότητα της γραφής του.

Μία φορά και έναν καιρό ενώθηκε η Μικρά Ασία με την Ανατολική Ρωμυλία και κάπου εκεί στο βάθος της θάλασσας γεννήθηκε μία ποίηση γεμάτη φως. Ένα αγόρι που κοιτάει μέσα από το τζάμι. Γνωρίζει ήδη το Ανείπωτο. Η ρότα έχει χαραχτεί, η προφητεία έχει επαληθευτεί.

Τριάντα τέσσερα ποιήματα η συλλογή. Ο ποιητής κρατάει έναν κανόνα. Ποτέ δεν συμπεριλαμβάνει πολλά ποιήματα σε μία συλλογή.

Έμπειρος πια τεχνίτης εξασφαλίζει την ισορροπία, την αρμονία, την λιτότητα, την μουσικότητα, την συμπύκνωση, την αφαίρεση, την ομορφιά στους στίχους του. Κόβει και ράβει, ξεφορτώνεται το περιττό, κρατά μόνο το αυστηρά ουσιαστικό, το μοναστηριακά ασκητικό, το ένα μήλο πάνω στο τραπέζι.

Το ποίημα, πιστεύει ο Τόλης Νικηφόρου, όταν γεννιέται (και ας μην ξεχνάμε όπως γράφει ο ίδιος στο εξαιρετικό και υποδειγματικό του ποίημα ποιητικής «ότι κάθε ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί»), το ποίημα λοιπόν την ώρα που γεννιέται είναι όπως ένα μωρό που βγαίνει από την μήτρα, πρέπει κάποιος να το περιποιηθεί, να το καθαρίσει από τα αίματα και ύστερα να το εναποθέσει στο χαρτί.

Όμως τα ποιήματα του Τόλη Νικηφόρου καθόλου δεν κινδυνεύουν να κατηγορηθούν εγκεφαλικά. Και αυτό γιατί μπορεί κανείς να αφουγκραστεί την καρδιά τους να χτυπά. Είναι ποιήματα γνήσια, αισθαντικά, συναισθηματικά, υγρά, ρέοντα και παλλόμενα και τις νύχτες αλλάζουν διαρκώς σχήμα πάνω στα δάχτυλα του αναγνώστη που τα ξεφυλλίζει.

Όρθιος
σαν να μην ήταν το παιχνίδι/απ’ την αρχή στημένο/σαν να νικούσε κάποτε/τον θάνατο η αγάπη…όρθιος/περήφανο ένα τίποτα/στην άβυσσο της λήθης.

Ήδη από το πρώτο ποίημα της συλλογής ο ποιητής δίνει το στίγμα του. Με λίγους μόνο στίχους αναγνώστης και ποιητής στέκονται μαζί μπροστά στην ζοφερή άβυσσο που χαίνει. Όλη η ατμόσφαιρα του ποιήματος επιτυγχάνεται με μία σπουδαία οικονομία αλλά και επιλογή λέξεων, ακόμα και τα κενά του ποιήματος θυμίζουν άβυσσο. Ο ποιητής όμως στέκεται όρθιος. Και αθώος. Εξαγνισμένος και αναβαπτισμένος. Δεν φοβάται. Γράφει πάνω από το κενό. Γιατί είναι το μόνο που ξέρει. Το μόνο που μπορεί.

Φλόγα από την φωτιά/ φλόγα από την στάχτη. Φλογισμένος, πυρακτωμένος και φλεγόμενος ο ποιητής, μέσα από τα συντρίμμια, τα ερείπια την στάχτη, αλλά και την σταθερή ιερή φλόγα της έμπνευσης. Φλέγει και φλέγεται. Γνωρίζει την ματαιότητα, αλλά γράφει. Γιατί είναι ταγμένος. Γιατί αυτή είναι η αποστολή του. Γιατί όταν γράφει γιορτάζει την παντοδυναμία της στιγμής, την έκρηξη του τώρα που παλεύει το ποτέ, του φωτός που παλεύει το σκοτάδι. Και είναι γενναία η πράξη αυτή, η απεγνωσμένη, η απέλπιδα, γιατί ο ποιητής συνεχίζει να γράφει, ενώ ξέρει ότι η τράπουλα είναι σημαδεμένη.

Και στις σκοτεινές διαδρομές και στους λαβύρινθους της σκέψης αναζητά το πρώτο εκείνο φως, το προαιώνιο, το άχρονο, το ασχημάτιστο ακόμα φως, την έμπνευση. Υμνεί λοιπόν ο ποιητής το φως, γιατί ο ίδιος «είναι πλάσμα του βυθού/ που απώλεσε τον ουρανό/ και τον αναζητά/ και τον επικαλείται απελπισμένα».

Γιατί σύμφωνα με τον Τόλη Νικηφόρου οι ποιητές είναι
άγρια φυτά στην έρημο του κόσμου
παράξενα πλάσματα/αμετανόητα/να γράφουν με σπασμένα δάχτυλα/να τραγουδούν με κομμένο λαιμό/…
ταχυδρομικά περιστέρια/ σε χώρα κυνηγών/μικρά θερμαντικά σώματα στην επικράτεια των πάγων/…
μικρά δακρυσμένα αδέλφια

όπως γράφει στο σπαρακτικό του ποίημα. Ένα ποίημα αλληλεγγύης και αγάπης για όλους τους εν ποιήσει αδελφούς, όλους τους ευαίσθητους ανθρώπους που διαχρονικά προσπαθούν να γράψουν την στιγμή που το περιβάλλον γύρω τους γίνεται όλο και πιο εχθρικό και η πραγματικότητα απειλεί να τους στραγγαλίζει με τα γκρίζα της γάντια.

Γιατί η φαντασία έρχεται πάντα αντιμέτωπη με την εξουσία, γιατί η ποίηση είναι πράξη βαθιά επαναστατική και συγχρόνως εξόχως τρυφερή.

Γιατί τα τραύματα είναι το δώρο μας, γιατί γράφουμε με μελάνι το αίμα μας.

Γιατί το τραύμα είναι το σώμα του ποιητή, το σώμα της ποίησης.

Γιατί υπάρχει ένα μυστήριο στο πούπουλο που γίνεται νιφάδα, σε ένα χαμόγελο που αγγίζει στιγμιαία, σβήνει και μετατρέπεται σε ποίημα, ένα μυστήριο στο κάτι που εξατμίζεται, που ανασυντίθεται και αστράφτει «πάλι».

Κάπου μακριά στο σπίτι κάθε ποιητή, ενεδρεύει το τίποτα. Κάθεται με το πελώριο μαύρο στόμα του ανοιχτό σε μία βαθιά πολυθρόνα και κάποιες φορές φουσκώνει και μεγαλώνει και η σκιά του εμφανίζεται τρομακτική. Τότε ο ποιητής γράφει. Και είναι αυτός ο άνισος αγώνας με το τίποτε όλη η περιπέτεια της γραφής όπως μας την παρουσιάζει ο Τόλης Νικηφόρου. Γιατί ίσως ένα ποίημα είναι μία φωτογραφία, μία αποτύπωση της στιγμής στον ουρανό της μνήμης του ποιητή

Είδα/στο Hyde Park τους κρόκους/ν ‘ανθίζουν εκθαμβωτικά/μέσα στο χιόνι/από τα βάθη της Ασίας ένας άγνωστος/στην Κόκκινη Πλατεία μου έσφιξε το χέρι/με χτύπησε φιλικά στην πλάτη/απρόσμενα/σε κάποιο πεζοδρόμιο της Θεσσαλονίκης/ένα γατάκι τρίφτηκε στο παντελόνι μου/…

Το πιο φωτεινό όμως αστέρι/στον ουρανό της μνήμης μου/είναι το πρόσωπό σου στο παράθυρο/πέρα μακριά μες στο σκοτάδι/να μου χαμογελάς και να μου γνέφεις/καθώς γύριζ’ αργά απ’ το γραφείο/έρημος σ’ έρημους δρόμους στο Λονδίνο.

Ο έρωτας αέρινος, νοσταλγικός, κρυστάλλινος πάλι παρών και σ’ αυτή την συλλογή του Τόλη Νικηφόρου. Εύθραυστος, γλυκόπικρος, αναλαμπή στο σκοτάδι, αφήνει χνάρια από πυγολαμπίδες. Είναι το θαύμα, είναι ο αφανισμός. Είναι κυρίως όμως πάλι η ποίηση.

Στην πραγματικότητα όλα τα ποιήματα του βιβλίου αυτού είναι ποιήματα ποιητικής. Θα τολμούσα να πω ότι περισσότερο από ποτέ, αυτό το τελευταίο βιβλίο του Τόλη Νικηφόρου είναι μία κατάθεση, μία απολογία αλλά και μία καταγραφή των σταθμών του ταξιδιού του Ποιητή, κάθε ποιητή μέσα από τις κοιλάδες της σκιάς, την πάλη με τα τέρατα του τίποτα και της ματαιότητας, την νοσταλγία για αυτό που δεν υπήρξε, την εγκόλπωση της νύχτας αλλά του πρώτης αυγής, του έρωτα αστραπή, του έρωτα νερό, του έρωτα που γκρεμίζεται από μέσα. Ο ποιητής ψάχνει τους συνταξιδιώτες του, αυτούς που θα τον καταλάβουν, γίνεται τα τραύματά του, γίνεται νοσταλγία, μυείται και ανακαλύπτει τα συνεχή θαύματα του κόσμου και τέλος γίνεται ο ίδιος ποίημα.

Ή όπως γράφει ο ίδιος η νύχτα γίνει εγώ/και όνειρο.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Kallol Mukherjee.]

Δείτε τα περιεχόμενα του έντυπου τεύχους μας εδώ.