Ελένη Αλεξίου
Ποιήματα που γράψαμε μαζί
Μελάνι 2015

Η ποιητική συλλογή της Ελένης Αλεξίου, Ποιήματα που γράψαμε μαζί, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μελάνι. Περιλαμβάνει δύο ενότητες, τις κηδείες εντόμων και τα ποιήματα που γράψαμε. Ο τίτλος της συλλογής έχει προκύψει από ομώνυμο ποίημα της δεύτερης ενότητας.

Μελετώντας το ποίημα και τη συλλογή μπορούμε να πούμε ότι είναι δύο οι δυνατές ερμηνείες. Η πρώτη εκπηγάζει από τον ερωτικό χαρακτήρα της συλλογής. Τα ποιήματα παρακολουθούν την πορεία μιας σχέσης -όχι της ίδιας αναγκαστικά- με τις όποιες πτυχές της, η οποία λειτουργεί ως ευρύτερο μοντέλο ανίχνευσης και προβληματισμού για τις σχέσεις όλων των ανθρώπων. Δηλαδή, η πρώτη ύλη των ποιημάτων προκύπτει από τη διαλεκτική σχέση δύο ανθρώπων, ενός άντρα και μιας γυναίκας, επομένως σαν να έγραψαν τα ποιήματα μαζί.

Η δεύτερη ερμηνεία προέρχεται από το χώρο της θεωρίας της ποίησης. Υπάρχει η άποψη ότι ένα ποίημα από τη στιγμή που φεύγει από τα χέρια του ποιητή, ανήκει στον αναγνώστη. Κάθε αναγνώστης ενσωματώνει το ποίημα μέσα στα δικά του πλαίσια και δεδομένα, το αγγίζει με τις δικές του οπτικές, το κατανοεί με τον τρόπο του και τις ερμηνευτικές δυνατότητές του. Γίνεται με άλλα λόγια συνδημιουργός. Το ποίημα, δηλαδή, ξαναγράφεται. Έτσι κάθε ποίημα είναι σαν να έχει γραφεί από δύο, τον ποιητή και κάθε αναγνώστη χωριστά.

Στο πρώτο μέρος με τον τίτλο «Κηδείες εντόμων» παρακολουθούμε από την πλευρά μιας γυναίκας, σε μικρές ενότητες, την κρίση των ανθρώπινων σχέσεων και ειδικά των ζευγαριών.
Ο ένας απέναντι στον άλλον, απογυμνωμένοι από έρωτα, κοιτώντας αλλού σαν να ‘ναι άγνωστοι ή πεθαμένοι, εμποτισμένοι απάρνηση, άδειοι ακόμα κι από τα αρνητικά αισθήματα, στρέφουν αλλού τα μάτια, αφού διαφωνούν και τα φιλιά τους. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν χάσει μαζί με την πνευματική επαφή και τη σωματική, όπως είναι αναμενόμενο, και στέκονται πλέον στο κενό.

Με πολύ δυνατές εικόνες η ποιήτρια μας δίνει αυτή την αποσύνθεση των σχέσεων. Οι επιθυμίες είναι ναρκωμένες. Δεν μπορούν να σταθούν όρθιες, σέρνονται, ελπίζουν για το θαύμα. Τα όνειρα, δύσκολα μωρά, δεν έχουν τροφή, αποκοιμιούνται νηστικά στο στήθος, τρέφονται με αίμα. Το κρεβάτι είναι ένα ναρκοπέδιο, έτοιμο να εκραγεί. Παραισθήσεις κι επιθυμίες αλλότριες. Ετοιμοπόλεμα κορμιά καθηλωμένα, σκέψεις χειροβομβίδες. Κι εδώ γεννάται το όραμα και η αναμονή ενός πρίγκιπα που θα καταρρίψει τους ενδοιασμούς και τα όχι. Με επίγνωση, ωστόσο, ότι πίσω από την αθωότητα του πρίγκιπα με το άσπρο άλογο κρύβεται ο προδοτικός εφιάλτης.

Στο σκηνικό έρχεται να προστεθεί το ποίημα «Σώματα». Σε αυτό μια γυναίκα τιμωρεί το σώμα της βάζοντάς το μαζί με τα κρεμμύδια της κουζίνας, για να θυμάται τι απώλεια πικρή είναι τα αναίτια δάκρυα. Το κορμί της είναι διάφανο, σχεδόν εξαϋλωμένο, αλλά και ανθεκτικό, τσίγκινο λόγω της θητείας στη μοναξιά και στην υπομονή. Αδειάζει τα δάκρυά του επιμελώς, αλλά κάποιες φορές ξεχειλίζει και τα δάκρυα γίνονται καταρράκτης.

Στα δύο τελευταία ποιήματα της ενότητας το μήνυμα είναι σαφές και ελπιδοφόρο μέσα στην πικρή υφή του. Οι άνθρωποι ψάχνουν διεξόδους, συνειδητοποιούν τις αποστάσεις, μετακινούνται, δεν είναι νησιά. Παρακαλούν: «γύρισε κοντά μου». Οι γλάροι παραμένουν στις φωλιές τους, ασάλευτα μαντήλια των βράχων που δεν ονειρεύονται καμιά αναχώρηση. Είναι μια απόφαση με διπλή συνέπεια. Η καρδιά ορφανή στο κουζινάκι σιγοβράζει, αλλά αυτή η πλήρης συντριβή του Εγώ, το ξωκλήσι το πεσμένο δίχως τοίχους, πόρτες, παράθυρα, είναι ο σίγουρος δρόμος για τον παράδεισο.
Ακολουθεί η δεύτερη ενότητα «Ποιήματα που γράψαμε μαζί».

Ξεκινά με το ποίημα «Πόσο ακόμη». Ένα ποίημα μεγάλης δύναμης και λυρικότητας. Μεταφερόμαστε στο μυθικό σκηνικό της Ιθάκης, για να δηλωθεί η υπερθετική επιθυμία και αναμονή του αγαπημένου που δεν έρχεται. Η Πηνελόπη που εδώ είναι και η αφηγήτρια δηλώνει ότι φαγώθηκε ο αργαλειός, το νήμα σώθηκε κι έμειναν μόνο τα μαλλιά της για να γνέθει.

Η έλλειψη δηλώνεται και στο επόμενο ποίημα το «λ».

Διαπιστώνουμε ότι στη δεύτερη ενότητα, η σχέση υφίσταται. Παρόλη την απόσταση, λειτουργεί η επιθυμία, η αναζήτηση, η προσμονή. Η ενότητα βρίθει από ποιήματα που περιλαμβάνουν στιγμιότυπα ζωής αυτής της σχέσης πάντα από την οπτική μιας γυναίκας. Εξαίρεση αποτελεί το ποίημα Λαιμητόμος. Σ’ αυτό βλέπουμε την οπτική του άντρα. Η ποιήτρια μας προσφέρει μια σε βάθος εκτεταμένη μελέτη του έρωτα σε όλες τις εκφάνσεις, συσχετισμούς και πτυχές του. Θα παραθέσω μερικά τέτοια παραδείγματα συσχετισμών και όχι βάθους, γιατί το κάθε ποίημα χωριστά, έχει τη δική του βαρύτητα και βάθος και θα χρειαζόταν πολύ χρόνος για να αναφερθούμε διεξοδικά. Επιγραμματικά θα επισημάνω:

Στο ποίημα «Οίστρος» συνυπάρχει ο έρωτας και η άνοιξη
Στο «Αναξιοπαθούντες» εραστές και «10:45» : Έρωτας και ποίηση
Στο «Πόσο ακόμα» βλέπουμε την αναμονή του έρωτα
Στο « λ»: Στέρηση του έρωτα
Στο «Αραβικό καπρίτσιο» ο έρωτας συναντά τη μουσική
Στη «Σουίτα εραστών» ο έρωτας γίνεται παιχνίδι

Και κάποια άλλα εν είδει τίτλων αναφέρω:
«Το τέλος με ωμέγα»: Οι δυσκολίες του έρωτα
«Αφού δεν είσαι τόπος»: Τα ανθρώπινα τοπία, η γεωγραφία των σωμάτων. Ο έρωτας ως ταξίδι, διάπλους, νοσταλγία..
«Πρόβα»: Ο έρωτας υφαντής ή αλλιώς η ζωή ράβε ξήλωνε
«Λαιμητόμος»: Ο φόβος του έρωτα
«Επανασύνδεση»: Η συντριβή εξαιτίας του έρωτα κτλ

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνουμε στην ομάδα τεσσάρων ποιημάτων υπό τον τίτλο «Οι στιγμιαίοι ορισμοί ενός εξακολουθητικού έρωτα». Στα ποιήματα αυτά θεματολογικά διαπιστώνουμε μια κατάφαση στον έρωτα, ο οποίος άλλωστε χαρακτηρίζεται και ως εξακολουθητικός. Αξίζει να παρατηρήσουμε τα συγκεκριμένα ποιήματα, γιατί πέρα από τη θετική αύρα που αποπνέουν μέσα στις πολυποίκιλες πληγές του έρωτα που προαναφέρθηκαν, πρόκειται για μορφικούς και εκφραστικούς πειραματισμούς. Η ποιήτρια εδώ αποδομεί τους γνωστούς κανόνες της γλώσσας, η γραφή είναι συνεχόμενη σαν ένα λεκτικό παραλήρημα, με ένθετες κάποιες λέξεις ως τίτλους να διακρίνονται με κεφαλαία γράμματα.

Μέσα από αυτή την πορεία της ζωής που είναι πάλη ψυχών και σωμάτων, όπου ο έρωτας έρχεται, φεύγει, ενώνει, συντρίβει και επανασυγκολλά, με τις εναλλαγές του φωτός και του σκότους, θα κρατήσω έναν στίχο. Είναι η τελευταία φράση από το ποίημα «Σύρος», με το οποίο και η ποιήτρια κλείνει τη συλλογή και δείχνει με μια ποιητικότατη εικόνα την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης

Και η Ευτυχία
το τόπι που κλωτσάω για να φύγει
κι ύστερα τρέχω να το πιάσω