Γιούλη Βολανάκη, Λόγος. Κόσμου σκιά (ποίηση), εκδ. Μικρή Άρκτος, Αθήνα 2015 και
Το ταξίδι του Αλ του Χημιστή (αφηγήματα), εκδ. Εστία, Αθήνα 2016.

Οι ποιητές ξεδιπλώνουν τα μπροκάρ και τα σατέν και τα λινά λάβαρά τους, οδηγώντας μας στο δικό τους θαυμαστό σύμπαν. Αυτή τη σκέψη έκανα τότε που διάβασα την πρώτη ποιητική συλλογή της Γιούλης Βολανάκη Σημειώσεις στο περιθώριο του χρόνου (εκδ. Γαβριηλίδης, 2003). Τα σημερινά βιβλία της λογοτέχνιδος, το ποιητικό Λόγος. Κόσμου σκιά και τα αφηγήματα Το ταξίδι του Αλ του Χημιστή μάς υπενθυμίζουν ότι η Βολανάκη ανήκει δίχως αμφιβολία στους δημιουργούς που φτιάχνουν τον δικό τους ολοκληρωμένο κόσμο και μας προσκαλούν να εισχωρήσουμε σ’ αυτόν. Το κάνουμε, επειδή το σύμπαν της Βολανάκη μάς δελεάζει. Το δεύτερο ποιητικό της βιβλίο εκδόθηκε το 2015 και τα αφηγήματα το 2016. Ήδη αμφότερα έχουν παρουσιαστεί από καιρό στους βιβλιόφιλους.

Ξεναγώντας μας η λογοτέχνις στο εργαστήρι της, γράφει στον προσωπικό της ιστότοπο «Μηνολόγιο» για το Λόγος. Κόσμου σκιά: «Όλα ξεκίνησαν παρατηρώντας πρόσωπα, φτιάχνοντας μικρά πορτρέτα κοντινών ανθρώπων. Προσπαθώντας να εντοπίσω το ευειδές και το δυσειδές όχι στην όψη τους αλλά στο είναι τους, στη σχέση τους με τους άλλους, με τη φύση, με τον κόσμο». Η Βολανάκη μελέτησε για μια δεκαετία τον Κώστα Αξελό και τη συλλογή της την αφιερώνει στη μνήμη του. Κόσμος και παιχνίδι, εντός των φιλοσοφικών τους διαστάσεων, είναι οι δύο βασικές έννοιες της συλλογής. Όπως εξηγείται στο «Μηνολόγιο», από το σωκρατικό παιχνίδι των ερωταποκρίσεων στον παίζοντα άνθρωπο του Γιόχαν Χουιζίνγκα και σε σύγχρονους φιλοσόφους, φτάνουμε στον Αξελό και στο βιβλίο του Αυτή η διερώτηση. Εδώ το παιχνίδι αναλύεται παντοειδώς, γ.π., ως το παιχνίδι του κόσμου.

Οι αναγωγές της συλλογής σε διαφορετικά διαστήματα του παρελθόντος εκκινούν το παιχνίδι στον χρόνο. Παράλληλα, ξεκινάνε τα ταξίδια στη σύγχρονη πόλη. Το Λόγος. Κόσμου σκιά δεν είναι βέβαια μια πλατωνίζουσα πραγματεία σε στίχους. Τα ποιήματα ισορροπούν ανάμεσα στο παιχνίδι του παρελθόντος και στο παιχνίδι του παρόντος, ανάμεσα στο παιχνίδι του κόσμου και στο παιχνίδι του τόπου. Κατά τον Αξελό, «η πόλη, απαρτίζοντας ένα σύνολο από τόπους και στιγμές της ατομικής και της συλλογικής ζωής, σε διαμάχη με τη γλώσσα και τη σκέψη, την εργασία και την πάλη (για την εξουσία και την κυριαρχία ή την αναγνώριση), τον έρωτα και τον θάνατο και όχι τελευταίο το παιχνίδι, παραμένει –σε αυτή την εποχή της διαρκούς αποπεράτωσης της νεωτερικότητας και της περίφοβης απαρχής της πλανητικής εποχής– ακόμα υπό ανακάλυψη, υπό επινόηση» (Η πόλη-πρόβλημα, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης).

Ο Λόγος. Κόσμου σκιά είναι διαρθρωμένος σε τρεις ενότητες με τους τίτλους: «Το σπασμένο παιχνίδι», «Ταξίδι στον κόσμο» με υπότιτλο «Ποίημα σε δύο όχθες» και «Άστυ το κοινόν» με υπότιτλο «Ο λόγος των όντων». Στο «Σπασμένο παιχνίδι» γίνεται επίκληση στο υγρό στοιχείο, γίνεται παράκληση στη θάλασσα, να μας οδηγήσει, αφού αυτό τής έχει δοθεί ως σκοπός, στη γνώση του εαυτού μας, να μας δείξει «το χώμα μέσα μας» και «το μεδούλι της ψυχής» μας. Κατόπιν, «χορτασμένη» η ίδια από την ύπαρξή μας, να μας παραδώσει στον ακίνητο, «στον όλο ρωγμές βράχο / εκεί που σπάνε τα κύματα της εσαεί αντιξοότητας», και, εντέλει, να μας βυθίσει στη φθορά και την ανυπαρξία, υπακούοντας στους κανόνες της αέναης επανάληψης. Θα ρωτήσει κάποιος: Τι, τελικά, μπορεί να εξαχθεί από μια τέτοια διαδικασία; Όπως η Βολανάκη μάς εξηγεί, το ότι τη στιγμή που είμαστε το αριστοτελικό «ακίνητο κοινούν» είμαστε οι ίδιοι ταυτοχρόνως και το «σπασμένο παιχνίδι», δηλαδή: «Εμείς είμαστε ο βράχος / Εμείς και η ρωγμή».

Στη δεύτερη ενότητα, στο «Ταξίδι στον κόσμο», το ποίημα αναπτύσσεται «σε δύο όχθες», δηλαδή, σε δύο στήλες. Η αριστερή στήλη κάνει το «Ταξίδι στη θάλασσα των ανθρώπων» και η δεξιά, σαν ένα παράλληλο σχόλιο, πάει το «Ταξίδι στη θάλασσα των ηδονών». Ανάμεσά τους διαρρέει, κυλάει ή διαφεύγει, το ηρακλείτειο ποτάμι του χρόνου. Στη μία όχθη συναντάμε πρόσωπα ιστορικά, γ.π. τον Σωκράτη και τον Αξελό, ή πρόσωπα πραγματικά, της διπλανής πόρτας, όλα με ιδιαίτερα έντονη προσωπικότητα. Οι στίχοι στοχεύουν αποκλειστικά στον χαρακτήρα τους. Έτσι, οι άνθρωποί μας είναι όμορφοι ή δύσμορφοι εξαιτίας του εσωτερικού τους κόσμου.

Σε τούτη την ανθρωποθάλασσα –κάποια από τα πρόσωπα θα μπορούσαν να ενταχθούν στους Χαρακτήρες του Θεόφραστου– οι φράσεις «μάλλον δυσειδής» και «μάλλον ευειδής» επανέρχονται ολοένα με σκοπό να περιγράψουν τους ανθρώπους συσχετίζοντάς τους με την ιδιοσυστασία τους. Ο δυσειδής άνθρωπος μπορεί να είναι σοφός και αξιοπρεπής, τραχύς και ζορισμένος, μυστικοπαθής και ανασφαλής, ερωτικός και ριψοκίνδυνος. Αντίθετα, ο ευειδής άνθρωπος μπορεί να είναι ο πιθανώς τέλειος («Είναι μια στάση το μάλλον / Μια απόσταση ασφαλείας / Ένα τίμημα αναπόφευκτο / για έναν άνθρωπο τόσο ασυγχώρητα άψογο»), μπορεί να είναι χυδαίος ή επιφανειακός, ή μπορεί να είναι ένας «φιλόσοφος με όψη ψαρά».

Παράλληλα, στην απέναντι όχθη, η «Θάλασσα των ηδονών» παραπέμπει σε πίνακες ζωγραφικής, σε γλυπτά και σε μουσικές. Η τέχνη και η ζωή ταιριαστές με τη φύση. Εδώ υπάρχουν εξαιρετικές στιγμές του ανθρώπινου βίου, κατά τις οποίες το τοπίο, αστικό κάποτε, παίζει αξιομνημόνευτο ρόλο. Στιγμές που, εντέλει, δηλώνουν την ύπαρξή μας, δηλαδή: Ο «άνθρωπος εν τω κόσμω».

Στην τρίτη ενότητα, στο «Άστυ το κοινόν», διαδραματίζονται τρεις ωσεί διάλογοι του ανθρώπου: με το σπίτι του, μ’ ένα αμάξι, με το ανεπίδοτο γράμμα. Δεν είναι τυχαίο το ότι και τα τρία ποιήματα της ενότητας αρχίζουν με τους στίχους: «Το κοινόν άστυ έσβησε / Έσβησε η εστία» ή «Το κοινόν άστυ έσβησε / Η εστία έσβησε». Εδώ πρόκειται για όψεις του αφηγήματος του ανθρώπου με επαναλαμβανόμενα τα συνθήματα «καταβροχθίζουμε» και «καταβροχθιζόμαστε».

Ο άνθρωπος φτάνει στο σημείο απ’ όπου πορεύεται μόνος με τις (όμορφες;) αναμνήσεις του, δίχως να παραδέχεται ότι τον έχει καταβροχθίσει το τέλμα της καθημερινότητας σε μια πόλη που ούτε τον γνωρίζει ούτε τη γνωρίζει, σε μια πόλη όπου «αφομοιώνεται ακαριαία ως κοινόχρηστο / το παράλογο». Στην παραληρηματική διάθεση του ανθρώπου παρεμβαίνει το παρηκμασμένο σπίτι του, λέγοντάς του ότι, καθώς και το ίδιο καταρρέει: «Βυθίζονται μαζί μου / ο οίκος ο οίκτος η πόλη οι πολλοί».

Ο άνθρωπος καταβροχθίζει «πεποιημένες τροφές και σκέψεις», κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που πορεύεται πάντοτε και μοναχά πάνω σε ράγες, ο λόγος που «χτίζει παντού γραμμές και δρόμους και γεφύρια / κι άλλες ράγες ες αεί». Τώρα τον παρηγορεί ένα αμάξι, λέγοντάς του ότι έχει γνωρίσει πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους, ώστε μπορεί να πει: «Γνωρίζω καλά το πόσο διαφέρουν / των επιβατών τα τοπία τα εσωτερικά».

Ο άνθρωπος, τέλος, θρηνεί τις απώλειες των αγαπημένων του προσώπων και ενοχοποιεί ο ίδιος τον εαυτό του γι’ αυτές: «Έτσι πορευόμαστε / από θάνατο σε θάνατο από πένθος σε πένθος / Σε μια θάλασσα αναμνήσεων / μ’ ένα πλοίο βαρυφορτωμένο / τιμόνι που ανέκαθεν αγνοούσαμε / πώς να κρατήσουμε σταθερό / να μειωθούν οι απώλειες». Τον θρήνο του ανθρώπου τον ακούει ένα γράμμα ανεπίδοτο και του ψιθυρίζει ότι κουβαλάει την «τελική επιβεβαίωση της ανέκκλητης ματαίωσης». Το ανεπίδοτο γράμμα δεν προτίθεται να παρηγορήσει τον άνθρωπο, όπως έκανε πριν το αμάξι. Μιλά σκληρά, χρησιμοποιώντας εκφράσεις όπως «λέξεις κοινότοπες», «ματαιωμένες αιτιάσεις» ή «πίκρα της αποτυχίας». Και στους ακροτελεύτιους στίχους του μαλαρμεϊκού συμπαίκτη, δηλαδή του ανεπίδοτου γράμματος, η ριξιά: «Ρίχνει τα ζάρια του ο χρόνος / και παρασύρει εμένα και σας μαζί / σ’ ένα παιχνίδι απαντοχής / Είναι ολόκληρη η ζωή / μια ανεπίδοτη επιστολή;»

Ολοκληρώνοντας τη σύντομη αναφορά μου στο Λόγος. Κόσμου σκιά, αφού εμπερίστατη εξέταση θα ήταν δυνατή δίχως τον περιορισμό του χώρου, προσθέτω ότι έχοντας κατά νου η Βολανάκη τη φράση του Πωλ Βαλερύ ότι «δεν σκεπτόμαστε ποτέ πως αυτό που σκεπτόμαστε μας κρύβει αυτό που είμαστε», μας εξομολογείται ότι δεν την ενδιέφερε απλώς ακόμη μία ποιητική συλλογή, αλλά κάτι ειδικότερο: «κάτι σαν ποιητική μπροσούρα, αφιερωμένη στη μνήμη αγαπητών μου ανθρώπων, εμπνευσμένη από τον λόγο του Κώστα Αξελού και φωτισμένη, ελπίζω, από το φως της σκέψης του». Και πράγματι, έτσι είναι.

Αξίζει, ωστόσο, να αναφερθώ και στο σώμα του βιβλίου. Πρόκειται για ένα και μοναδικό φύλλο, διπλωμένο έτσι ώστε να σχηματίζονται σελίδες χωρίς την ανάγκη σελιδαρίθμησης. Δεν πρόκειται για βιβλιαράκι-φυσαρμόνικα, αλλά για μια «ιδιόμορφη σπειροειδή έκδοση». Η ευρηματική ιδέα είναι της Βολανάκη και η υλοποίησή της φέρει ιδιαίτερο εικαστικό αποτέλεσμα, καταλήγει σ’ ένα καλοκαμωμένο αντικείμενο. Ο σχεδιασμός του βιβλίου ανήκει στον Αντρέα Γεωργιάδη. Με το Λόγος. Κόσμου σκιά μοιάζει σαν να ξεδιπλώνουμε ένα ευφάνταστο παιχνίδι με στίχους.

Όμως το ξετύλιγμα δεν έχει τελειωμό. Καθώς ο αναγνώστης νομίζει ότι έφτασε στο τέλος της συλλογής, ανακαλύπτει ότι το τέλος ενώνεται με την αρχή, δηλαδή, ότι ο ίδιος, μέσω των πτυχώσεων, βρίσκεται σε μια ατέρμονη κυκλική πορεία ανάγνωσης. Η βαρύτητα της συλλογής έλκει τον αναγνώστη, τον παρασύρει να επιχειρήσει και πάλι να κατακτήσει το εσαεί διαφεύγον ή, όπως αναφέρεται στο ποίημα «Το σπασμένο παιχνίδι»: «Ακολουθώντας τα κύματα / μιας πτύχωσης αέναης / Πολιορκούμε το φευγαλέο Όλον». Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η χειροποίητη βιβλιοδεσία με κερωμένες κλωστές που επιμελήθηκε η Θάλεια Δαλούκα. Αξίζουν συγχαρητήρια στις εκδόσεις «Μικρή Άρκτος». Ακόμη μια φορά τη βλέπουμε να λαμπυρίζει.

Το «Άστυ το κοινόν» υποστασιάζει το Ταξίδι του Αλ του Χημιστή. Η ομοιότητά τους βρίσκεται στο ότι η Βολανάκη κι εκεί κι εδώ μάς διευκρινίζει ότι οι μνήμες μας, όσα διαμορφώνουν την προσωπικότητά μας, δεν είναι απαραιτήτως, όπως το έχουμε συνηθίσει, τα φαγητά που φάγαμε ή τα ρούχα που ντυθήκαμε, δεν είναι μόνο τα καθημερινά που μας έτυχαν, ευχάριστα ή δυσάρεστα, αλλά είναι και οι συνήθειές μας, ο τρόπος που ερχόμαστε σε επαφή με την τέχνη, τα διαβάσματά μας, τα γραψίματα. Από την άλλη μεριά, το «Άστυ το κοινόν» και το Ταξίδι του Αλ του Χημιστή έχουν τρεις βασικές διαφορές: Η πρώτη εντοπίζεται, βέβαια, στον τίτλο, άστυ και ταξίδι. Η δεύτερη: στο «Άστυ το κοινόν» από την ανθρώπινη ύπαρξη εν γένει η Βολανάκη θα μπορούσε να δανειστεί καταστάσεις που αφορούν την ίδια, στο Ταξίδι του Αλ του Χημιστή ο έκδηλα προσωπικός βιωματικός τόνος μπορεί να κάνει τον αναγνώστη να νιώσει ότι πρόκειται, ανάλογα, για δικά του βιώματα, για δικά του συναισθήματα. Και η τρίτη διαφορά: στο Ταξίδι του Αλ του Χημιστή δεν καλείται ο αναγνώστης να ανακαλύψει κάποια ιστορικά πρόσωπα, έτσι, γ.π., εδώ φανερώνεται ο εκεί κρυμμένος Χάιντεγκερ.

Προτάσσοντας τους γονείς της στον μακρύ κατάλογο των αναμνήσεων, η λογοτέχνις αναρωτιέται «Πώς γράφει κάποιος;» «Για ποιον γράφει κάποιος;» «Γιατί γράφει κάποιος;» και δίνει μια πιθανή απάντηση, ενταγμένη στη σφαίρα της κατασκευασμένης ποιητικής Αρκαδίας: «Αγαπούσε τον πατέρα του. Αγαπούσε την ποίηση. Ζει μες στην αμφιθυμία της αγάπης και του θυμού για ένα νεκρό πατέρα και μια νεκροζώντανη ποίηση-μητέρα». Ακόμη και τα όσα έζησε στον τόπο της, την Κρήτη, η Βολανάκη τα εξηγεί επειδή «το έγραφε η μοίρα μου». Στα αφηγήματα συναντάμε την ξαφνική είσοδο, που κράτησε δύο χρόνια, τεσσάρων νεαρών παιδιών στη ζωή ενός μοναχικού ζευγαριού: «Ήρθαν, άπλωσαν τα τεράστια παχουλά χέρια τους και μας αγκάλιασαν, φόρτισαν τις μπαταρίες μας με συναισθήματα πρωτόγνωρα· και έφυγαν», ή ένα κοινόβιο νέων ανδρών και γυναικών, μάλλον ουτοπικό, με την ιδιάζουσα σχέση συγγένειας μεταξύ των γενεών. Ακόμη, τις αντιδράσεις μιας γυναίκας κι ενός άνδρα που βρέθηκαν για λίγη ώρα στο ίδιο μέρος, αλλά που παρέμειναν άγνωστοι μεταξύ τους.

Στο ομότιτλο του βιβλίου αφήγημα το πεπρωμένο επανέρχεται: «Η μοίρα μου ήταν η φυγή», εξομολογείται ο αφηγητής και θυμάται ότι στο παρελθόν «συχνά πυκνά έφευγα». Γιατί; Επειδή, όπως ο ίδιος παραδέχεται, ανέκαθεν ταλαντευόταν: Πότε εγωιστής, πότε αλτρουιστής. Τώρα το παίρνει απόφαση για ακόμη ένα (οριστικό;) ταξίδι: «Θα εκπληρώσω αυτή μου τη μοίρα: Θα φύγω σε μια καινούργια διαδρομή, προκλητική, ανοιχτή, άπειρη, στον ανεξερεύνητο δρόμο των αστεριών. Το ταξίδι της μεγάλης φυγής: ένα μακρύ διαγαλαξιακό ταξίδι χωρίς επιστροφή. Ένα ταξίδι ψηλά στον αέρα, σαν αέρας, σαν πουλί».

Η τέταρτη ενότητα του βιβλίου Το ταξίδι του Αλ του Χημιστή φέρει τον τίτλο «Υφαίνοντας φωνές στον αέρα». Εδώ δεν συναντάμε αφηγήματα, ούτε καν πεζά διανθισμένα με στίχους, όπως πριν, αλλά μια ενότητα δέκα ποιημάτων που αναφέρονται αφενός σε γνωστές Ελληνίδες γλύπτριες και εικαστικούς και αφετέρου σε «ανώνυμες υφάντρες και πλέκτριες», συγγένισσες της Βολανάκη ή όχι. Η ενότητα αυτή μας υπενθυμίζει ότι η συγγραφέας είναι πρωτίστως ποιήτρια, ακόμη κι όταν δημοσιεύει πεζά.

Και εδώ ο χρόνος πάλι: «Το βέλος του χρόνου βυθίζεται στο κρανίο μου» (Ι). Γνωρίζουμε ότι είμαστε μηδαμινοί μπροστά στη ροή του χρόνου, ότι βρισκόμαστε μονάχα σε ένα σημείο του και ότι όσο περισσότερο βυθιζόμαστε στο παρελθόν, τόσο πιο πολύ υπολογίζουμε το απροσδιόριστο μέλλον. Για να ελαφρύνουμε πάνω μας το βάρος του χρόνου, φτιάχνουμε το προσωπικό μας αφήγημα, γ.π., η υφάντρα θα πει: «Κάθομαι στον δικό μου θρόνο και ξεκινώ: / Ο χρόνος μετριέται με σαϊτιές» (V) και, πιθανώς, γι’ αυτήν μόνο έτσι υπάρχει.

Δεν είναι που αυτές οι γυναίκες γεράσανε απ’ αγάπη: «Αν τη χορδή μου κάποιος κούρδισε, / πάντως δεν ήταν οι μνηστήρες» (VΙ), τις γέρασε η μανία κάποιων ανθρώπων. Σήμερα απολαμβάνουν και παράλληλα προσφέρουν τη συσσωρευμένη σοφία των χρόνων τους και λένε: «Πλάθω τον χωροχρόνο. Μεταμορφώνω» (Χ), νοσταλγώντας ίσως κάπου κάπου (με τον τρόπο μιας μαντινάδας, αν όχι με τον τρόπο του κατ’ εξοχήν Άσματος) τη μορφή εκείνου, του «ξένου»: «Αυτός: Ανάμεσα στα κύματα / θα διπλωθώ να κάτσω / να πιάσω πένα και χαρτί / τα κάλλη σου να γράψω» (VII).

Ολοκληρώνοντας τις σκέψεις μου για το Ταξίδι του Αλ του Χημιστή αναφέρω το άξιο παρατήρησης κόσμημα στο εξώφυλλο. Η ιδέα είναι της Γιούλης Βολανάκη και η εικαστική εφαρμογή του Μάνου Ποντικάκη. Έχει για τίτλο «ΑΝ(;)ΙΕΡΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ». Πρόκειται για οπτικό πεζό με υλικό παρμένο από το ομότιτλο αφήγημα, σχεδιασμένο οβάλ με το κείμενο σε σπειροειδή διάταξη. Πέρα από αυτό που δείχνει, θα μπορούσε να είναι το αποτύπωμα διαφορετικών αντικειμένων· εξαρτάται από την απόσταση ή τη γωνία απ’ όπου θα το δει κάποιος. Αν οδηγηθεί σε δίσκο βινυλίου, τότε νιώθει εξαρχής την ατμόσφαιρα, τη μουσική, τους ήχους που θα ακολουθήσουν στη διάρκεια της ανάγνωσης.

Συμπερασματικά: όσο τα λόγια μας, ή και η λογική μας, θα φέρονται σαν σκιά του κόσμου, η αιώνια επιθυμία για τη φυγή μας θα είναι αναπόφευκτη. Διαρκές, ωστόσο ανικανοποίητο, αίτημα θα αποτελεί η συμμετοχή μας στο ταξίδι, όπως αυτό του Αλ του Χημιστή, στην ανυποκρισία, εκεί όπου ο άνθρωπος συμφιλιώνεται με τη φθορά του (αφού δεν αποδέχεται την υπέρβασή της) και παύει να τον τρομοκρατεί.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Inge Morath.]

Δείτε τα περιεχόμενα του έντυπου τεύχους μας εδώ.