Δεν έμπαινα ποτέ στη θάλασσα
να βουτηχτώ ολόκληρη σαν σώμα
όταν το ράβει με χοντρή βελόνα ο ιδρώτας
από μια ζέστη, κληροδότημα του ψύχους
Ώρες καθόμουνα και με κοιτούσε ο γιαλός
όπως καθρέφτης κοιτάει αμείλικτα
την άνευ όρων παράδοσή μας
σε όλα τα πρώην
που σαν αγκάθια από ρόδο αμύριστο
ρίζωσαν στη μνήμη
που εκδικούνται μισώντας μας με αβυσσαλέα αγάπη
και στέλνουν κάθε τόσο ένα κιτρινισμένο προσκλητήριο
για τους υμέναιους που δεν ευλόγησε
ο άγιος καιρός
Είναι κι αυτά που ορίζει ο χρόνος περασμένα
τόσο επίμονα τα βράδια
Μοιάζουν παιδιά που ψάχνουν ένα παραμύθι
που να μην ξέρουνε, να μην προβλέπουνε το τέλος
Nα’ ρχονται ύστερα όσα δεν ζήσαμε
σαν δύτες ριψοκίνδυνοι ενός μοιραίου μας βυθού
ώρες πολλές
την αναπνοή τους να κρατάνε
κάτω από τόσο τίποτα
που χρόνια ολόκληρα φαινότανε πολύ
για να τ΄αντέξεις
Κάποια στιγμή ξεβράζει τούτος ο βυθός
μια τρικυμία αναπάντεχη
που λες και την προσμέναμε
με αφρισμένες τις σιωπές
Έτσι μας βρίσκει το ξημέρωμα
άγρυπνους να περιμαζεύουμε
ώρες που δεν ταξίδεψαν
λέξεις σκισμένα μας πανιά
σε έρημες ακτές
που όμως κάποτε τις περπατήσαμε σαν ναυαγοί
ανάβοντας μικρές αόρατες φωτιές από καυτά μας λόγια
την ώρα που έσβηνε ο φόβος
ένα στερνό μας δέρμα από αναγκαίο καημό
Κι εκεί που λέγαμε πως πια δεν ήτανε ανάγκη να σωθούμε
αφού ο κόσμος πιο μικρός και πιο ακίνδυνος στα μάτια μας φαινόταν
ερχόταν πάντα ένα καράβι φορτωμένο κόκκινες στιγμές
και μας ανέβαζε ξανά μες στην ασάφεια του πάθους
μες στη σαφήνεια ενός λάθους
που έψαχνε απ’ την αρχή ένα φάρο
να ξομολογηθεί

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Nuria Meseguer.]

Δείτε τα περιεχόμενα του έντυπου τεύχους μας εδώ.