Η προσέγγιση του Τζιοβάνι Βέργκα στη λογοτεχνία του καιρού του, ήταν διαφορετικότερη από εκείνη των άλλων Ιταλών συγγραφέων. Ενώ επηρεάστηκε και κατετάγη στους ρομαντικούς συγγραφείς της εποχής του, ο Βέργκα δημιούργησε το δικό του στυλ που χαρακτήριζε το ώριμο ύφος της γραφής του. Η ζωή του Βέργκα μπορεί να μελετηθεί σύμφωνα με τα ποικίλα και πολυάριθμα λογοτεχνικά επιτεύγματά του, καθώς και από το ύφος της γραφής του. Μέχρι τη δεκαετία του 1880, το γράψιμο του Βέργκα χαρακτηριζόταν από τα θέματα της ρομαντικής αγάπης, τον πατριωτισμό και κάποιες ιστορίες αγάπης που εστιάζονταν στα σαλόνια της βόρειας Ιταλίας. Ο Βέργκα αναμφίβολα ήταν πολύ επηρεασμένος από τα ρομαντικά ιδεώδη της ιταλικής ενοποίησης (Risorgimento). Ιδιαίτερα επηρεασμένος από συγγραφείς όπως ο Ούγκο Φόσκολο (1778-1827), ο οποίος είναι γνωστός για την σχέση του με τη φύση, είναι εύκολο να δούμε πώς ο Βέργκα έγινε ένας συγγραφέας που εστιάστηκε επίμονα στην αναπαράσταση των φυσικών τοπίων της Σικελίας. Μετά την ενοποίηση της χώρας, η κύρια ανησυχία για συγγραφείς και κριτικούς ήταν η ανάπτυξη μιας νέας μορφής μυθιστορήματος, η οποία θα ερχόταν σε αντίθεση με την παράδοση, με το επίκεντρο της προσοχής να επικεντρώνεται στην σύγχρονη κοινωνία, η οποία έπρεπε να διερευνηθεί σε όλες τις πτυχές της. Για τον Βέργκα, η προσέγγιση αυτή σήμαινε τη λήψη των χαρακτηριστικών του Εμίλ Ζολά και των άλλων γάλλων φυσιοδιφών και την προσαρμογή τους στο δικό του λογοτεχνικό στυλ. Ο νατουραλισμός, του οποίου κύριος συγγραφέας ήταν ο Ζολά, περιελάμβανε τη στείρα, επιστημονική παρατήρηση των χαμηλότερων και πιο τραγικών τάξεων της κοινωνίας. Για τους φυσιοδίφες ή νατουραλιστές, η πιο σημαντική τεχνική ήταν να κρατήσει τις προσωπικές απόψεις του συγγραφέα έξω και μακρυά από το κείμενο και να γράφεται απλώς εκείνο που παρατηρούσε ο συγγραφέας. Τα κείμενα που παρήχθησαν από αυτό το κίνημα δεν είχαν διακριτή πλοκή και περίτεχνο χαρακτήρα, αλλά αντί αυτού εξιστορούσαν τις χειρότερες βαθμίδες της κοινωνίας με επιστημονική εξειδίκευση και την απαραίτητη ‘στειρότητα’.

Η άφιξη της δεκαετίας του 1880, ωστόσο, σηματοδότησε την αρχή μιας νέας φάσης στη γραφή του Βέργκα. Αρχίζοντας με τη ‘Νέντα’ (Nedda, 1874), η οποία πιο συχνά περιλαμβανόταν στην συλλογή διηγημάτων ‘Η ζωή στους αγρούς’ (Vita dei Campi), ο Βέργκα μετατοπίστηκε σε εκείνο το στυλ που γεννήθηκε μέσα από το κίνημα νατουραλισμού και θα γίνει γνωστό ως ‘βερισμός’. Αυτό το ώριμο ύφος του Τζιοβάνι Βέργκα χαρακτηρίστηκε από μια ειλικρινή αναπαράσταση των κατώτερων κοινωνικών τάξεων όπου η φωνή του συγγραφέα σκόπιμα απουσιάζει από την όλη ιστορία. Εδώ η πλοκή των ιστοριών δεν κυριαρχείται πλέον από τον εθνικό πατριωτισμό, τον ιδεαλισμό του Risorgimento, ή τα θέματα του ρομαντισμού, αλλά από τον καθημερινό αγώνα για την επιβίωση, τη ζωή των αγροτών και των ψαράδων, ενώ αρκετά συχνά εστιάζεται στη ζωή στις μεγάλες και μαυρισμένες πλαγιές της Αίτνας. ‘…Η λάβα απλωνόταν μελαγχολική κι έρημη ως εκεί που φτάνει το μάτι, κι ανέβαινε και κατέβαινε σε χαράδρες και γκρεμούς, μαύρη και ρυτιδιασμένη δίχως ούτε ένα πουλί να πετάει από πάνω…’, λέει στο διήγημα ‘Ο κοκκινοτρίχης’ που περιλαμβάνεται στη συλλογή ‘Η ζωή στους αγρούς’.

Με την επιστροφή στην πατρίδα του, την πόλη και τις πεδιάδες γύρω από την Κατάνια, και ατενίζοντας σε καθημερινή βάση τις πλαγιές της Αίτνας, ο Βέργκα εύρισκε την έμπνευση στις δικές του εμπειρίες και όσα βίωσε παλιότερα όταν μεγάλωνε ανάμεσα στους εργάτες που δούλευαν στη γη των γονέων του. Ο ιταλικός βερισμός μοιράζεται πολλά στοιχεία με τον νατουραλισμό, αλλά πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα για να αποκαλύψει την πραγματική ζωή και τα λεπτομερή γεγονότα των ιστοριών. Ο βερισμός, όπως και ο νατουραλισμός, στερείται συχνά καθορισμένης πλοκής, και δεν επιδιώκει να εκθέσει τα πιο τρομακτικά και άδικα στοιχεία της κοινωνίας. Ενώ ο νατουραλισμός αναζητούσε αυτά τα στοιχεία, ο βερισμός τα απεικόνισε μόνο αν αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας την οποία ο συγγραφέας είχε σκοπό να περιγράψει, κι εδώ για τους κριτικούς έγκειται η διαφορά στη λογοτεχνική γραφή του Εμίλ Ζολά και του Τζιοβάνι Βέργκα. Ο Ζολά βλέπει την κοινωνία από τα πάνω, ενώ ο Βέργκα από την άλλη πλευρά, βλέπει την κοινωνία εκ των έσω. Ενώ ο Ζολά είναι ένας παθητικός παρατηρητής, ο Βέργκα εργάζεται για να άρει το πέπλο που σκεπάζει τα κατάβαθα και τα εσώψυχα ορισμένων κοινωνικών ομάδων, έτσι ώστε οι άλλοι να δύνανται να παρατηρήσουν με λεπτομέρεια τη ζωή τους. Επιπλέον, ο Ζολά εξετάζει την κοινωνία στο σύνολό της, ενώ ο Βέργκα διερευνά το άτομο και τη σχέση με τους γείτονές του. Ο Βέργκα, πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα αξιοποιώντας τους χαρακτήρες που αντιπροσωπεύουν τη Σικελία, τα αγροκτήματα, τους τυπικούς γαιοκτήμονες, τα χαμίνια και τα ορφανά κορίτσια των αγροτών. Κι ακόμα υπάρχει ένα στοιχείο ζεστασιάς στα κείμενα του Βέργκα, κάτι που λείπει από τα έργα των νατουραλιστών. Ίσως το τελευταίο στοιχείο να εξηγεί σε κάποιο βαθμό γιατί οι ιστορίες του Βέργκα έγιναν τόσο ελκυστικές στην ελίτ του Βορρά. Για εκείνους, η Σικελία ήταν ένα μακρυνό μέρος που σίγουρα οι περισσότεροι δεν είχαν ποτέ επισκεφθεί. Επιπλέον, ήταν ένα φανταστικό μέρος που είχε να εμφανισθεί στη λογοτεχνία από την εποχή της Οδύσσειας του Ομήρου. Η Σικελία τώρα γίνεται υποβλητική, γοητευτική και γραφική. Είναι, κατά μεγάλο μέρος, η απόσταση που κάνει τη Σικελία τόσο μυθική και ελκυστική. Η απόσταση ανάμεσα στη Σικελία και στο βόρειο αναγνωστικό κοινό είναι σημαντική και όλοι αυτοί οι αναγνώστες βίωναν τη σκληρή, άδικη, δύσκολη ζωή την οποία περιέγραφαν αυτές οι ιστορίες στο μεγάλο νησί της Σικελίας. Ενώ η ‘Νέντα’ ήταν η πρώτη συλλογή ιστοριών όπου ο Βέργκα αντιμετώπιζε τα ζητήματα των αγροτών στη Σικελία, δημοσίευσε μια ολόκληρη συλλογή διηγημάτων το 1880 με βάση τους εργαζόμενους που είχε συναντήσει και παρατηρήσει για χρόνια να εργάζονται στα αγροκτήματα των γονέων του. ‘Η ζωή στους αγρούς’ παρομοιάζει με τη ‘Νέντα’ και συχνά δημοσιεύονται μαζί, και επιτρέπουν στον αναγνώστη να γευτεί σε βάθος τη ζωή του αγρότη στη σικελική ύπαιθρο.

Τρία χρόνια αργότερα, ο Βέργκα δημοσίευσε μια δεύτερη συλλογή σικελικών διηγημάτων, τις ‘Αγροτικές νουβέλες’ (Novelle rusticane, 1883). Οι ιστορίες που περιέχονται σε αυτές τις συλλογές είχε δημοσιευθεί μεμονωμένα σε λογοτεχνικά περιοδικά, πριν συγκεντρωθούν οριστικά σε αυτές τις συλλογές. Ενώ η τοποθεσία είναι παρόμοια και σε αυτή τη δεύτερη συλλογή, ο τόνος είναι πολύ διαφορετικός. ‘Η ζωή στους αγρούς’ (Vita dei Campi) επικεντρώνεται στην στωική αντιμετώπιση των αγώνων και τις αδικίες του κόσμου στις χαμηλότερες τάξεις της Σικελίας, κυρίως τους εργάτες, ενώ οι χαρακτήρες στις ‘Αγροτικές νουβέλες’ (Novelle rusticane) έχουν πλήρη επίγνωση αυτών των αδικιών και προσπαθούν να επαναστατήσουν εναντίον τους.

Στις αρχές του εικοστού αιώνα ο Βέργκα δεν έτυχε ευρείας αναγνώρισης, αλλά σήμερα θεωρείται ότι δεν είναι μόνο ο πιο γνωστός συγγραφέας του ιταλικού βερισμού, αλλά και ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του αιώνα. Το ώριμο ύφος της γραφής του Βέργκα άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο η Ιταλία εκπροσωπήθηκε στο σώμα της λογοτεχνίας και επέτρεψε στο αναγνωστικό κοινό να πάρει μια πραγματική, ρεαλιστική και αμερόληπτη γεύση της ζωής των αγροτών της Σικελίας για τους οποίους γράφτηκαν πολλά από τα πιο σημαντικά έργα του. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο Βέργκα διακριτικά, αλλά έντεχνα, αποκαλύπτει τις κοινωνικές τάξεις, μια ευρεία ποικιλία επαγγελμάτων, τη ζωή στο σπίτι, τη λαϊκή διασκέδαση, τις θρησκείες και τις δεισιδαιμονίες, και γενικώς το σύνολο των καθημερινών δραστηριοτήτων των ανθρώπων. Τα στοιχεία όμως που χρησιμοποιεί ο Βέργκα για να δημιουργήσει τις ιστορίες του είναι, όπως τονίστηκε, εμπειρίες και αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία. Τα στοιχεία της φύσης που χρησιμοποιεί στα διηγήματά του είναι πολλά, αλλά η παρουσία της θάλασσας είναι το πιο χαρακτηριστικό.

Παρουσιάζοντας μια ρεαλιστική εικόνα της Σικελίας, ο Βέργκα εισάγει επίσης τους αναγνώστες του σε μια σειρά από αγώνες που είναι κοινοί μεταξύ των αγροτών της Σικελίας στους οποίους επικεντρώνονται οι ιστορίες του. Ο καιρός παίζει σπουδαίο ρόλο σε όλες σχεδόν τις ιστορίες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αλλά έχει ιδιαίτερη σημασία στη ‘Νέντα’. Ενώ ο καιρός παρουσιάζει μια από τις μεγαλύτερες αγωνίες για τους εργαζόμενους, η έννοια της ασθένειας εμφανίζεται επίσης στη ‘Νέντα’, καθώς και αλλού.

Το σπίτι-μουσείο του Τζιοβάνι Βέργκα στην Κατάνια είναι ο τόπος γέννησης του διάσημου Ιταλού συγγραφέα, ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του κινήματος του ρεαλισμού στη λογοτεχνία της χώρας. Βρίσκεται στο ιστορικό κέντρο της Κατάνια και το εσωτερικό του σπιτιού αποτελείται από αυθεντικά έπιπλα του σπιτιού. Η επίσκεψη προσφέρει στον ενδιαφερόμενο την ευκαιρία να δει ιδίοις όμασι τεράστιες βιβλιοθήκες με τα βιβλία και τα αυθεντικά γραπτά του συγγραφέα. Το σπίτι ανακηρύχθηκε εθνικό μνημείο το 1940.

Δείτε τα περιεχόμενα του έντυπου τεύχους μας εδώ.