Η αλήθεια είναι πως η απώλεια είναι αχόρταγη. Βάζει τα χέρια της μέσα στο πιάτο σου και σε κλέβει. Μέχρι που πια να μην έχεις τη δύναμη άλλο να σηκωθείς από την καρέκλα και να περιμένεις πώς και πώς να πεθάνεις. Ο παππούς ήξερε αυτήν την αλήθεια. Για αυτό έπαψε, από την ημέρα που έφυγε η γιαγιά, να τρώει. Πίστευε πως έτσι θα τη γλυτώσει. Όμως η απώλεια βρήκε με τι να χορτάσει την πείνα της. Έγινε νύχι που έξυνε το μέτωπο του. Κι όταν το δέρμα μάτωνε, εκείνη ρουφούσε το αίμα του· με τον καιρό ο παππούς μίκραινε στο μάτι. Κι έτσι που φορούσε τις πυτζάμες του νόμιζες πως δεν έφταιγε κανείς που έσβηνε σιγά σιγά· ούτε εκείνος έφταιγε ούτε η απώλεια, αφού δεν μπορείς να διαχωρίσεις την υπαιτιότητα. Ανήκει σε όλους και σε κανέναν.

Ο παππούς όλο αυτό το διάστημα κοιμόταν μόνος. Σαν να μην ήθελε να τον δει κανείς να χάνεται. Να χάνεται μέσα στα ρούχα του, μέσα στο δέρμα του, μέσα στα μάτια του. Άμα τον πλησίαζες, η ντροπή τού προκαλούσε ρίγη και έκανε πως δεν σε θυμόταν. Κι εσύ έκλεινες τα μάτια για να μη δει τις πληγές σου ή για να μην ξεχάσεις πως έμοιαζε όταν ήταν ολόκληρος· όταν ο παππούς πέθανε, κανείς δεν έκλαψε για αυτόν. Δεν έφταιγε κανείς για αυτό. Απλώς έτσι είναι η αλήθεια των πραγμάτων: στεγνή, σαν μισή καρδιά.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα του έντυπου τεύχους μας εδώ.