Και πώς να ξεκινήσει κανείς, συνθέτοντας τα κομμάτια της μέρας (μήπως και της εποχής;) σαν να παίρνει τα μεταλλικά στοιχεία από την τυπογραφική κάσα.

Δευτέρα Αυγούστου, το απόγευμα έχει παράκληση.

Χθες ρούφηξες την σιωπή της Κυριακής, το σκοτεινόν της φύσης που σε τύλιγε, νύχτας προείκασμα, προσπαθώντας στο γιο να εξηγήσεις το «Λυκόφως».

Σάματις το καταλαβαίνεις κι εσύ (μπλεγμένο και με εκείνες τις Πίκρες του Σεφέρη, από το μικρό βιβλίο που διαβάζεις και θαμάζεις ότι και οι ποιητές έχουν κόκαλα και κρέας, πέρα από την τρυφεράδα της ψυχής).

Δυο βδομάδες θαμαστές, δροσερές και απαιτητικές, που κυλάνε μαζί με το χρόνο προς εκείνο το σταυροδρόμι, που είναι εν τέλει και το όντως αποκούμπι. Δεκαπενταύγουστος. Νηστεία και δέηση οφείλεις. Μπας και σου συγχωρεθεί μαζί με τα πεζά και πάμπολλα και κείνο το περσινό, που έκοψες το τέλος από τον Ρεμβασμό του Σκιαθίτη, δημοσιεορτάζοντας στα Χρονικά.

Καλοκαίρια που περνούν και χωράνε σε στιγμές ελάχιστες.
Το πλατάνι που σε φιλοξένησε πριν χρόνια στην Λευκοπηγή, συνοψίζοντας τον καιρό. Το είπες και στην παρουσίαση ΒΠΚιου τομιδίου, ένα από τα δυο με τρία πράγματα που απομένουν στη φούχτα της συγκομιδής σου.

Λοιπόν…
Φέτος ήταν εκείνο το Σάββατο.
Μια στροφή από ποίημα.
26/6/2010.

Το σημείωσες στο πολυφθαρμένο κίτρινο χαρτονάκι με τους τέσσερις στίχους, που κουβαλάς μαζί με το βιβλίο που είναι υπηρεσία καθ’ ημέραν.
Πως είχε γίνει και το αποστακτήριο έβγαλε τέτοιο σαπφειράκι;

Δίτομο έργο του Γιώργου Θεοτοκά, Ασθενείς και Οδοιπόροι.

Αγορασμένο στο Ηράκλειο Κρήτης, στα Λιονταράκια. Από το υπόγειο βιβλιοπωλείο που οδοιπορούσες στη ΣΕΑΠ, υπό εκκόλαψη έφεδρος αξιωματικός.

Και εκείνο το ημερολόγιο της ΕΣΤΙΑΣ, έκδοση παλιά, αγορασμένη με πρώτο μισθό. Που τσιμπολογάς και ποτέ δεν εσθίεις.

Αναφορά του στη χειμερινή πτήση για Θεσσαλονίκη. Τη γνωριμία με την πρώτη σύζυγο. Την χάρη του βαθυδιάβαστου συγγραφέα, της ζωής τα γυρίσματα που καταλήγουν και στο ταξίδι στο Άγιον Όρος

Να βάλω εδώ, με ελτζεβίρ των 16, την κουβέντα στο Συνεταιριστικόν για τον Γ.Θ. και την νοσταλγία μιας χαμένης καλλιέργειας ευαισθησιών και γραμμάτων.

Από την ΕΣΤΙΑ, τον παχύ τόμο, στη Νέα Εστία που σκονισμένη βρέθηκε στο στριφογυριστό ράφι της εφημερίδας. Αφιέρωμα στον Θεοτοκά. Υπογραμμισμένα κάποια άρθρα. Μα πότε τα διάβασες; Ήσουν εσύ;

Να και το Ζουμπουλάκειον γραπτό να σε (ξανα)κεντά.

Να και ο Paul Claudel. Κάτι θυμάσαι.

Κάπου είχες δει. Ψάχνεις.

Εσπερινός των Χριστουγέννων του 1886.

Στη Νοτρ Νταμ, την Κυρία μας, την Παναγία των Παρισίων.

(Πριν έτη 18 είχες επισκεφθεί το ναό. Πέρυσι δεν πήγες πτοούμενος από τις ουρές των βιντεοσκοπούντων Απωανατολιτών. Προτίμησες το παρακείμενο Βιβλιοπωλείο του Shakespeare & Co. που η κυρία Παρέμβαση άλλη φορά αν θέλει θ’ αγκαλιάσει).

Ήταν μόλις δεκαοκτώ ο Πωλ Κλωντέλ.
Αφουγκραζόμενος τις ψαλμωδικές τοξοβολιές και ότι άλλο ο ίδιος μόνο γνωρίζει, μετεστράφη.

Ici se convertit Paul Claudel, γράφει η πλακέτα.

Το διαβάζεις στο PDF έγγραφο που φέρνει η μακρινή αλυσίδα.

Εκεί και τους στίχους, ένα ολάκερο καλοκαίρι, που σε σημαδεύουν εύστοχα από το La Vierge à midi:

…Je vois l’église ouverte. Il faut entrer.
Mère de Jésus Christ, je ne viens pas prier.
Je n’ai rien à offrir et rien à demander
Je viens seulement, Mère, pour vous regarder.

Παράκλησις αληθινή, δρόσος.
Μπας και εξηγεί και το λυκόφως και μετουσιώνει τις Πίκρες σε γλυκό κουταλιού;

***

Σημείωσις Μοναδική:

Η Παναγία το μεσημέρι
(La Vierge à midi, 1914)
του Paul Claudel

απόδοση (Ελληνική Επιθεώρησις, 1921) Ναπολέων Λαπαθιώτης (άλλη πολύπαθη ύπαρξη)

…Βλέπω το ναό ανοιχτό. Πρέπει να μπω.
Μάνα του Ιησού Χριστού, δεν έρχομαι να δεηθώ.
Δεν έχω τίποτα για να σου δώσω, μήτε τίποτα που σου ζητώ.
Έρχομαι, Μάνα, μοναχά για να σε ιδώ…

[Πρώτη δημοσίευση: Η Παρέμβαση, Πνευματική Επιθεώρηση της Κοζάνης, τχ. 153, Καλοκαίρι 2010. Φωτογραφίες: Robert McCabe, Πάτμος.]

Δείτε τα περιεχόμενα του έντυπου τεύχους μας εδώ.