του Βασίλη Χουλιαρά

…έχω ιδέες, το κεφάλι μου γυρίζει και φέρνει σκέψεις, μα δεν υπάρχει καταγραφή, όλα θα χαθούν σε λίγο, το βασίλειο μου για ένα στυλό, το λυπημένο κορίτσι μού είχε πει ότι αυτό το παθαίνουν οι μανιοκαταθλιπτικοί, από το ένα θέμα στο άλλο, μα πώς αλλιώς, όλα μιλούν για όλα, αλλά κι αυτή ένα κορίτσι της συγγνώμης, χαμένοι στη μετάφραση, ο καιρός κρυώνει πάλι, ίσως χρειαστεί να βάλω κουβέρτα απόψε, περίεργα μας έρχεται αυτό το Καλοκαίρι, γιατί να μας προετοιμάζει, στο δρόμο πάνω κάτω, χάνονται από τα μάτια μου, κάποιοι θα χαθούν για πάντα, για το δικό μου κόσμο όλη τους η ύπαρξη για αυτή τη στιγμή, αμέσως μετά μπορούν να διαλυθούν στα εξ ων συνετέθησαν, όμως δεν είναι έτσι, το καθετί επηρεάζει το όλον, κάθε απώλεια δημιουργεί νέα δεδομένα, το ποτάμι, τα νερά που κυλούν, όλα μοιάζουν, κι όμως όχι, προτιμάται τα πρωτότυπα, στις αντιγραφές κάτι δεν πάει, φοράνε ρούχα άλλων, από άλλο ράφτη για άλλο κορμί, κι είναι και εκείνο το κείμενο που πρέπει επιτέλους να ξεκινήσω, μα δεν υπάρχει ιδέα, βαρέθηκα να περιμένω, όπως συμβαίνει και στη ζωή, αρχίζεις κι όλα είναι στο δρόμο, θα έρθει κι αυτή, αγέρωχα περπατά, όχι ακόμα για πολύ, είναι μια καταρρέουσα αυτοκρατορία, υπάρχει η αίγλη αλλά οι βάρβαροι έχουν ήδη διαβεί, αποστρέφει το βλέμμα, ξάφνου μια λύπηση, για ποιον, βαρέθηκα τις ερωτήσεις, θέλω να περάσω στην άλλη όχθη, ο Αλέξανδρος ο βασιλέας των Μακεδόνων και έπειτα όλων των Ελλήνων, πλην Λακεδαιμονίων, ας μην το ξεχνάμε αυτό, στο γόρδιο δεσμό μπροστά δε ρώτησε, έκοψε, αυτοί κατακτούν τον κόσμο, στα τριάντα του είχε όλο τον κόσμο στα χέρια του, στα τριάντα τρία του είχε πεθάνει, και μετά τι, τα σκλαβωμένα του μόρια δραπέτευσαν, γίναν γη, γίναν αέρας, γίναν θάλασσα, εξατμίστηκαν, αφομοιώθηκαν, μεταλλάχθηκαν, και μόνο ο μύθος, οι λέξεις, η μνήμη, για μια στιγμή οικοδομούν το για πάντα απολεσθέν, κι εκείνος στο δρόμο να τινάζει τη στάχτη από το τσιγάρο του, ένα σύμβολο χωρίς να το ξέρει, φοράει κουστούμι και γραβάτα, παρόλ’ αυτά μπορεί να είναι και κύριος, κι αυτός που είναι μαζί του, τον ξέρω απ’ τα παλιά, όταν ήμουν ακόμα γι αυτόν ένας γνωστός κι όχι ένας εν δυνάμει πελάτης, οι κρεοπώλες είναι που την πατάνε, μα όλοι βγάζουν την αποφορά από τη δουλειά τους, μυρίζει γραφική ύλη και ισολογισμούς, μόνο για μένα δεν μπορώ να ξέρω, η κυρία που στα χέρια της κουβαλά δυο τσάντες με ρούχα τι να σκέφτεται, να έχει γνώμη για όλα αυτά, κι είναι κι εσύ που με ρώτησες κάτι προχτές, είναι αστείο μα έχω όλες τις απαντήσεις, να είσαι έτοιμη άραγε, η πίστη που σού προσφέρω μιλά για ελευθερία, μπορείς να την αποδεχτείς, μάλλον όχι, δεν πειράζει, ούτε κι εγώ, άλλωστε όταν μιλάμε για πίστη για ποια ελευθερία μιλάμε, λέξεις ασύμβατες, ξέρω πολλούς που έχουν σκλαβωθεί από λέξεις, κι αυτή είναι μια από τις πιο επικίνδυνες, υπήρχε ένα μέτρο, έτσι λένε, δεν υπάρχει λόγος για το αντίθετο, η φωνή της, έπαψε να είναι κορίτσι, μιλά πια σαν γυναίκα, αλλά είναι μόνη, αυτό φαίνεται, περίεργο, δεν μου θυμίζει καμία, κάπου κάνω λάθος, υπερηφάνεια, το σημάδι στο μέτωπο, δομημένη από την εικόνα της, αν θέλεις να φτιάξεις ένα νικητή δώσε του στην αρχή εύκολες νίκες, τα υπόλοιπα θα έρθουν, η γραμμή της ζωής, χαραγμένη, όλη η πορεία, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, οι γραμμές παραμένουν, κι όμως αλλάζουν, σ’ άλλους βαθαίνουν σ’ άλλους ρηχαίνουν, κι εγώ, τι εγώ, εγώ μόλις τελείωσα από σκέψεις, το ρολόι, η ώρα που πέρασε, πόσο κάνει ο καφές, πρέπει να πληρώσω, τα πάντα με κάποιο τρόπο πληρώνονται, τι είναι αυτό που θα ’πρεπε, τι στ’ αλήθεια ξεχνάμε, απλά σήμερα δε θέλω, έχω αργήσει, πρέπει να σηκωθώ και να φύγω…

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. H πρώτη γραφή του κειμένου έγινε ακριβώς πριν δέκα χρόνια, στις 13/06/2007.]

Δείτε τα περιεχόμενα του έντυπου τεύχους μας εδώ.