Στη μνήμη του Γιάννη Ξενάκη

Πετάει ψηλά το καπέλο του και το κοιτάζει να περιστρέφεται στον αέρα και να επιστρέφει στα χέρια του. Πρόκειται για ένα απλό παιχνίδι που του άρεσε από τότε που ήταν παιδί: να πετάει κάτι ψηλά και να το ξαναπιάνει. Δεν πρέπει να πέσει κάτω διότι τότε «χάνει». Το παιχνίδι αποτελεί καθημερινή συνήθεια. Είναι ένα είδος τελετουργίας για να πάει καλά η μέρα. Κάθε πρωί βγαίνει στον κήπο του και ξεκινά με δυο-τρία χαμηλά πετάγματα για να ζεσταθεί. Στη συνέχεια, πετά το καπέλο ολοένα και ψηλότερα. Όταν, μετά από αρκετές πετυχημένες πτήσεις, τού ξεφεύγει και πέφτει στο έδαφος, με μια γρήγορη επίκυψη το πιάνει και το φορά, ενώ με το άλλο χέρι βγάζει ένα σημειωματάριο από την τσέπη του για να καταγράψει την επίδοση της ημέρας.

Μετά από χρόνια εξάσκησης το ρεκόρ του είναι σαράντα δύο φορές αλλά σπανίως ξεπερνά τις τριάντα. Σήμερα όμως, έχει ήδη ξεπεράσει τις τριάντα πέντε φορές και συνεχίζει. Τριάντα έξι, τριάντα επτά, κι ακόμα το καπέλο επιστρέφει στα χέρια του με μια αλλόκοτη ακρίβεια, λες κι ο άνεμος είναι πιστός σκύλος. Στην τεσσαρακοστή δεύτερη πετυχημένη επιστροφή σταματά. Κοιτάζει το καπέλο του μέσα κι έξω και του γνέφει καταφατικά. «Σήμερα πάμε για ρεκόρ!», του λέει και το ξαναπετά με δύναμη ψηλά.

Με ελαφρώς λυγισμένα γόνατα και χέρια απλωμένα περιμένει την επιστροφή του καπέλου ενώ το βλέμμα του ακολουθεί την, ακόμα ανοδική, πορεία του. Το καπέλο παίρνει ύψος, μικραίνει και ξεμακραίνει, κι εκείνος, βλέποντάς το να συνεχίζει τη διαδρομή προς τον ουρανό, αναρωτιέται πόση δύναμη έβαλε. Όμως, κάτι δεν πάει καλά. Έκθαμβος διαπιστώνει ότι το καπέλο συνεχίζει να απομακρύνεται προς τα πάνω. Όχι μόνο δεν επιστρέφει αλλά τώρα ταξιδεύει με μεγαλύτερη ταχύτητα και μόλις που διακρίνεται, μια μαύρη κουκίδα ανάμεσα στα σύννεφα. Το καπέλο χάνεται, χάθηκε· κι εκείνος στέκει ασάλευτος και κοιτάζει το άπειρο.

Μια πρωτόγνωρη δυσφορία τον αγκαλιάζει. Δεν πιστεύει αυτό που συνέβη. Ανησυχεί αλλά δεν μπορεί ούτε να μιλήσει ούτε να κινηθεί. Δεν το πιστεύει, τίποτα δεν πιστεύει. Ο κόσμος και ο χρόνος είναι φάρσα. Ωστόσο, όλα γύρω είναι τόσο ήσυχα. Μια παράξενη σιωπή, σαν αόρατη χρυσόσκονη, έχει καλύψει τα πάντα. Ο κήπος έχει καταπιεί όλους τους μικρούς ήχους, κάθε θρόισμα έχει σωπάσει. Το έδαφος ούτε που ανασαίνει και τα σύννεφα, φουσκωμένα και κάτασπρα, ποζάρουν ακίνητα, σαν περήφανα τέρατα. Μια γάτα πορτοκαλί, καθισμένη στη ρίζα του δέντρου, κοιτάζει κάπου χωρίς ίχνος πρόθεσης, σαν άγαλμα. Να και δυο δίδυμοι παπαγάλοι –«είχα εγώ παπαγάλους;», αναρωτιέται– που ατενίζουν κάποιον ορίζοντα.

Αυτή η τρομερή παύση των πάντων τού γεννά την ιδέα ότι και ο ίδιος έχει σταματήσει να ζει, ότι εκείνο που πέταξε προς το άγνωστο δεν ήταν το καπέλο του αλλά η ψυχή του. Κι ύστερα, πως αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί η γλυκιά γαλήνη που συνοδεύει αυτή την ακινησία; Πράγματι, ο αρχικός φόβος που τον διαπέρασε σαν ρεύμα, έχει δώσει τη θέση του σε μια πανίσχυρη ηρεμία. Η οθόνη της συνείδησής του, που μια ζωή πρόβαλλε ακατάπαυστα τα αδιέξοδα μαθηματικά της σκέψης του, δείχνει ένα μεγάλο παλλόμενο μηδενικό.

Ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίζεται τώρα στο πρόσωπό του. Ένα χαμόγελο ολοκληρωτικό, σαν αυτό –τι σύμπτωση!– που βλέπει και στο πρόσωπο της πορτοκαλί γάτας. Σύντομα όμως διαπιστώνει ότι όλα χαμογελούν: τα άνθη, τα δέντρα, τα φύλλα τους, ακόμα κι εκείνα τα αλαζονικά σύννεφα, και αναγνωρίζει αμέσως αυτή τη γνήσια χαρά: επιτέλους, τίποτα δεν έχει σημασία! Το νόημα του νοήματος αναιρέθηκε επισήμως! Κατά βάθος το ήξερε. Πάντα πίστευε ότι οι σκοποί και τα νοήματα είναι τα χειρότερα φαντάσματα και τώρα είναι δικαιωμένος. Δικαιωμένος και ολωσδιόλου αφηρημένος. Ούτε που πρόσεξε το μαύρο καπέλο του, που βγάζει μάτι ανάμεσα στα πολύχρωμα φυτά αυτού του εξαίσιου κήπου.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Τα γραφιστικά μέσα στο κείμενο είναι του Γιάννη Ξενάκη.]

Γιάννης Ξενάκης, In memoriam

[Ο Γιάννης Ξενάκης γεννήθηκε το 1975 στην Αθήνα. Τα τελευταία 15 χρόνια ασχολήθηκε επαγγελματικά με τις γραφικές τέχνες και τη φωτογραφία. Χάρη στην ευρεία εικαστική του αντίληψη και τη σχεδιαστική του ικανότητα καταξιώθηκε στον χώρο της γραφιστικής μέσα από αλλεπάλληλες βραβεύσεις. Επίσης, υπήρξε συνιδρυτής της ελληνικής ομάδας σχεδιασμού και επικοινωνίας Anagram design. Διακεκριμένος γραφίστας, λάτρης της φωτογραφίας, δεινός χορευτής και πάνω απ’ όλα προσηνής άνθρωπος και πιστός φίλος. Ο Γιάννης Ξενάκης έφυγε από τη ζωή ξαφνικά στις 23.4.2017, στα 42 του χρόνια, αφήνοντας ένα βαθύ κενό και το χαμόγελό του ανεξίτηλο στη μνήμη μας.]

Δείτε τα περιεχόμενα του έντυπου τεύχους μας εδώ.