Υπάρχει μια φιλοσοφία του φαινομενικά απλού, αλλά άπιαστου. Και χρειάζεται ειδική γλώσσα για να την ψηλαφίσεις. Μια γλώσσα καθομιλουμένη μα με κάτι ιδιαίτερο· ποιητική αλλά με κάτι χειροπιαστό στην ποίησή της· ανεπιτήδευτη με τρόπο που να φαίνονται από κάτω οι βαθιές και πλατιές γλωσσικές ρίζες που απαιτούνται, για να στεριώσει κάτι που να δείχνει τόσο αβίαστο. Σαν τη γλώσσα στην αρχή του ημιτελούς πεζού με τίτλο Ιογενής πνευμονία του Ζήσιμου Λορεντζάτου (υπάρχει σε μορφή pdf μόνο, έκδοση του ΜΙΕΤ, με επίμετρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη), προτού προσβληθεί ο αφηγητής από τη φερώνυμη νόσο και η αφήγηση αλλάξει ρότα.

«Ο άνθρωπος», αποκαλεί ο Ζήσιμος Λορεντζάτος τον ήρωά του, που είναι ο ίδιος ο συγγραφέας. Σε τόσο βαθιά επικοινωνία με τον εαυτό του είναι αυτός ο «άνθρωπος», ώστε το όνομά του περιττεύει. Πεζοπορεί μόνος στη νησιωτική φύση, κολυμπά μόνος του. Είναι τέτοια η φράση του Λορεντζάτου, που καθώς τη διαβάζεις ο ήλιος και το νερό αγγίζουν και το δικό σου δέρμα. Χάρη στην πέτρα και στο φως, η στιγμή πλαταίνει έξω από το χρόνο. Έστω και φευγαλέα, πετυχαίνεται μια άχρονη ισορροπία. Όλα τούτα είναι κατορθώματα της γλώσσας· χάρη στην αξία που δίνεται σε κάθε χωριστή απλή λέξη, μεταφέρεται αυτό που είναι το δυσκολότερο να μεταφερθεί: η αίσθηση. Να μέρος μιας τέτοιας περιγραφής:

«[…] Ο γκρεμός ολόκληρος έμοιαζε με ένα άδυτο που ο άνθρωπος το καταπατούσε και το παραβίαζε με την παρουσία του και τα πάντα εκεί γύρω, από τα θάμνα και τα αψηλά χορτάρια ίσαμε τα μυριόχρωμα ζουζούνια και τα έντομα ή τα πουλιά που πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα, λες και τα διαπερνούσε μια ανατριχίλα πως κάποιος τα είδε σε ώρα που δεν έπρεπε, πως κάποιος τα αιφνιδίασε (όπως ένα απάρθενο κοράσι) απάνω στο ξεγύμνωμά τους. Το μονοπάτι μεγάλωνε κατηφορίζοντας και προχωρούσε κανένας σχεδόν ελεύθερος πια ως κάτω στα τελευταία βράχια της ακρογιαλιάς. Εκεί ξαφνικά, χωρίς να το περιμένεις, αθέατη από παντού, παράμερη, και ανέλπιδη λίγα βήματα πρωτύτερα κρυβόταν στα δεξιά σου, καθώς στεκόσουν γυρισμένος κατά το πέλαγο, μια μικρή αχιβάδα αμμουδερή, όπως στα αρχαία θέατρα όμως, μια σταλιά, κυκλωμένη ολόγυρα από ένα κοίλωμα του γκρεμού στο μέρος αυτό και από βράχια αψηλά που οι μύτες τους προχωρούσαν μέσα στη θάλασσα όπως τα μπαστούνια των καραβιών. Εκεί σταματούσε το κατέβασμα. Τίποτα δεν μπορεί να περιγράψει την άμμο αυτή, το κάθε σπυρί της. Έπρεπε να την είχες πατήσει και να σου είχε δοθεί η χάρη, νωρίς την άνοιξη ή αργά το φθινόπωρο σαν αποτραβιέται ο κόσμος, να λουστείς στο γεράνιο νερό το αχάραχτο που την κατοικεί και που τη μουσκεύει νύχτα μέρα, για να καταλάβεις άκοπα το μέτρο μιας τέτοιας δωρεάς. Διαφορετικά ματαιοπονούμε τώρα, και εσύ που αναγνώνεις και εγώ που τα γράφω αυτά».

Νιώθω πως δεν ματαιοπόνησα, πως έχω πατήσει την άμμο αυτή και μου έχει δοθεί η χάρη, κι ας ήταν σε άλλη ακρογιαλιά. Και όλη αυτή η φιλοσοφία, της απλότητας και της πληρότητας, κλείνεται σε τούτες τις γραμμές:

«Το καρβέλι το ψωμί, το λάδι, το κρασί, το τυρί, οι ελιές, τα χορταρικά το χειμώνα, τα όσπρια, τα λαδερά το καλοκαίρι, απλωμένα απάνω στο τραπέζι καθένα με την ιδιαίτερη γέψη τους και τα διαφορετικά χρώματά τους –η κόκκινη ντομάτα, το άσπρο τυρί, το κίτρινο λάδι, τα πράσινα κολοκυθάκια– του φάνταζαν πράματα καθοριστικά για την πνευματική φυσιογνωμία του τόπου, όσο τουλάχιστο και τα άλλα χαραχτηριστικά τα παράλληλα, το βλέμμα, η φωνή, τα ηλιοκαμένα πρόσωπα, το κλίμα, η στεριά και η θάλασσα, η τοπική γλώσσα με τα δημιουργήματά της. Και στον ίδιο βαθμό. Και όχι μονάχα αυτά, αλλά και ολόκληρος ο κύκλος της τοπικής ζωής με τα λογής έργα του, από τον πολυσύχναστο περιστεριώνα ίσαμε το ερημικό ξωκλήσι του κάβου. Χωρίς το ένα, τα άλλα ατονούν και κομματιάζονται, απομένουν λειψά. Αν δεν έχεις οργανική σχέση με αυτά όλα μαζί, πώς μπορείς να καταλάβεις το καθένα χώρια; Τρώγοντας τα απέριττα και απλά φαγητά, όπως ζώντας το κλίμα και τους ανθρώπους ή γράφοντας τη γλώσσα, επικοινωνείς με την αλήθεια του τόπου. Κατά τον ίδιο τρόπο επικοινωνείς. Και μοναχά όσα γίνονται σε έναν ορισμένο τόπο και χρόνο είναι αληθινά. Τα υπόλοιπα, τα όχι ορισμένα, ή δεν υπάρχουν, ας νομίζουν πολλοί το αντίθετο, ή είναι του αγέρα – φαντάσματα και εξαιρέσεις».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε την ύλη του έντυπου τεύχους μας εδώ.