Γριές

Κάθε που καμπανίζει
στέκουν σαν λαμπάδες μισοτελειωμένες στα ακρόσπιτα.
Σταυροκοπιούνται και λιβανίζουν το κορμί.
Κι όταν περνά το φέρετρο
κι ο πάτος του ξύνει τις πλάκες με κούραση
μουρμουρίζουν

να μπει βαθιά στο χώμα
καμιά ματιά με χρώμα
στα μέσα σου
καταραμένη γη

Κι ακούς
κλάματα
κλάματα
κλάματα
κι οι γαστρικές σανίδες τους αιμορραγούν.

Όρθιες
σε παραλλήλους
τεντώνουν τις ζάρες τους.

Κι αν ψέλνουν
κι αν φαλτσάρουν
η λύπη τους
μπορεί κι η ατεχνία.

Στοές

Στα μαγειρεία σε γνώρισα
πατέρα
κάτι μεσημέρια
με κρασί και ψιλό.

Τότε μόνο πρόσεξα
την προσμονή στον νέο σου
για κάτι τις μεγάλο.

Σου έγνεψα
σε κέρασα
σε ψήλωσα δυο πόντους.

Κι από τότε αλάφρυναν οι μέρες μου
και βάρυναν οι νύχτες.


[Από τη συλλογή Αντιχρονισμός, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σμίλη. Φωτογραφία: Alfred Stieglitz.]

Δείτε την ύλη του έντυπου τεύχους μας εδώ.