Την κόκκινη πουά κορδέλα με τον φιόγκο τη φυλάω στο συρτάρι του κομοδίνου μου μέσα σ’ ένα λευκό πάνινο σακουλάκι. Κάθε φορά που την κοιτάω μου κάνουν εντύπωση τα χρώματά της. Είναι το ίδιο ζωηρά, όπως τότε. Αμερικάνικη βαμβακερή ποπλίνα. Μ’ αυτή ποζάρω στην ασπρόμαυρη φωτογραφία πάνω στο κομοδίνο, αγκαλιά με τη μάνα μου. Είμαι πέντε χρονών. Μου λείπουν τα δυο μπροστινά δόντια, αλλά χαμογελώ με αυταρέσκεια. Η μάνα μου κοιτάζει την κάμερα με άδειο βλέμμα. Το πρόσωπό της είναι γεμάτο ρυτίδες. Είναι στα είκοσι οκτώ, αλλά φαίνεται σαράντα. Αυτή είναι και η μοναδική φωτογραφία που έχω από τα παιδικά μου χρόνια. Τραβήχτηκε στο γάμο της Τούλας της ξαδέρφης μου. Ο φωτογράφος ερχόταν από την Άρτα, τέσσερις ώρες δρόμο, μόνο για γάμους και βαφτίσεις.

Φωτογράφιζε τότε όλο το χωριό και έφευγε την ίδια μέρα με το άλογο φορτωμένο. Του έδινε ό,τι είχε ο καθένας. Αλεύρι, κουκιά, ψιλοκομμένο καπνό κι αν ήταν τυχερός και κανένα σφαγμένο κουνέλι. Την παραμονή του ερχομού του σε όλα τα σπίτια ακολουθούνταν το ίδιο τελετουργικό: η νοικοκυρά άναβε φωτιά στην αυλή, ζέσταινε νερό στο καζάνι και όλοι περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους για να πλυθούν στην ξύλινη σκάφη. Ακολουθούσε το πλύσιμο των ρούχων με τα απόνερα. Την επομένη όλο το χωριό ζούσε σε ρυθμούς αναμονής: οι κοπέλες άμα τέλειωναν με το πρωινό συγύρισμα, έβγαιναν στην πλατεία για να κάνουν τις τελευταίες διορθώσεις στις χοντρές γυαλιστερές πλεξούδες τους, οι άντρες κάθονταν στο καφενείο και κάθε τόσο έβγαζαν από την αριστερή τσέπη του σακακιού τους μια μικρή πλαστική τσατσάρα με την οποία έστρωναν τα μαλλιά τους. Μόλις ο φωτογράφος έμπαινε στο χωριό, δίνονταν και το σήμα με το τρεχαλητό και τις φωνές των μικρότερων παιδιών: «έρχεται, έρχεται!». Κανένας δεν κουνούσε από τη θέση του μέχρι να στηθεί η μηχανή και να βρεθεί το κατάλληλο φόντο. Εγώ, θυμάμαι ότι εκείνη τη μέρα θα φωτογραφιζόμουνα για πρώτη φορά. Την κορδέλα μού την είχε φέρει η μάνα μου μια βδομάδα πριν και από τότε είχε ριζώσει στο κεφάλι μου, την φορούσα ακόμη και στον ύπνο. Τις συνθήκες που την απέκτησα τις έμαθα πολύ αργότερα, από τον μεγαλύτερο αδερφό μου:

«Ήταν Μάης του ’46, όταν πέρασε ένα βράδυ ο αδερφός της μάνας μας, που ανακατεύονταν με την κοινότητα. Μας ειδοποίησε ότι την επομένη θα μοίραζαν στον Αμμότοπο τα πράματα που έστελνε η Ούντρα. Ο πατέρας είχε όργωμα και σπορά, δεν μπορούσε να πάει, τα άλογα τα χρειάζονταν. Το πήρε απόφαση να πάει η μάνα μοναχή της, πέντε ώρες δρόμο με τα πόδια. Αποβραδίς μας μάζεψε και μας είπε να ‘χουμε το νου μας όσο θα λείπει κι όταν γυρίσει θα μας φέρει τα καλά του Θεού όλα. Φορτώθηκε ένα αδειανό μπαούλο που είχαμε και έφυγε αξημέρωτα για να πιάσει σειρά, είπε. Έφτασε σε λιγότερο από τέσσερις ώρες. Τόση ήταν η χαρά της που θα ‘χαμε να φάμε και να ντυθούμε. Αφού της έδωσαν ό,τι ήταν να πάρει, το μπαούλο είχε γεμίσει με κουτιά ως απάνου, της έβγαλαν ένα χαρτί να υπογράψει για την παραλαβή. Η μάνα τους είπε «δεν ξέρω να βάνω την υπογραφή μου.» «Ε, τότες δεν παίρνεις τίποτα», της είπαν κι έβαλαν δυο εργάτες να της αδειάσουν το μπαούλο. Η μάνα έκλαιγε, τους έλεγε ότι δεν ξέρει γράμματα, τους παρακάλαγε να τη λυπηθούν, πώς θα γύρναγε στο χωριό με άδεια χέρια; Εκείνοι δεν έκαναν πίσω. Άμα είδε την απανθρωπιά τους η μάνα, απελπίστηκε τόσο που λιγοθύμησε. Δεν την λυπήθηκαν. Ήταν ευκαιρία να πάρουν τα πράματα για τα δικά τους τα σπίτια. Έτσι την έβαλαν να κάτσει κάπου παραπέρα να συνέρθει και εκείνοι συνέχισαν τη δουλειά τους. Εκεί την βρήκε να κλαίει ένας απ’ το χωριό μας. Έβγαλε τότε από τα πράματά του την κορδέλα και της την έδωσε: «Πάρ’ την Πραξία να την πας στη Μεροπίτσα σου να χαρεί. Εγώ δεν έχω κοπέλες.» Όταν την είδαμε να κατεβαίνει στη ράχη με το μπαούλο στην πλάτη, θυμάσαι πώς κάναμε; Χυθήκαμε στην ανηφόρα και φωνάζαμε: «Τι μας έφερες μάνα; Τι σού ‘δωσαν; Να δούμε; Να δούμε;» Κι εκείνη μας είπε σιγανά: «Τα αγαθά του Αβραάμ και του Ισαάκ μας έστειλαν οι Αμερικάνοι. Μόνο πηγαίνετε να φωνάξετε τον πατέρα σας να με βοηθήσει να ξεφορτώσω. Άντε κι εγώ θα σας κάμω ψωμί να το φάτε ζεστό και να πιείτε κι ένα ποτήρι τσάι με ζάχαρη άσπρη σαν το χιόνι που έφερα.» Όσο να γυρίσουμε με τον πατέρα απ’ το χωράφι είχε φουρνίσει ψωμί, είχε φτιάξει και τσάι. Θυμάσαι τι νόστιμο μας είχε φανεί το καρβέλι; Δεν το χορταίναμε! Αλλά δεν ήταν το αμερικάνικο το αλεύρι αδερφή μου που ήταν νόστιμο, ήταν τα δάκρυα τα αρμυρά της μάνας την ώρα που το ζύμωνε που το ‘χαν νοστιμέψει τόσο. Την επομένη βγήκε ζητιανιά στο χωριό για να βρει ψωμί να μας ταϊσει.»

Την κορδέλα της αμερικάνικης βοήθειας την φόρεσα στην κόρη μου όταν έκλεισε τα πέντε, και βγήκαμε φωτογραφία μαζί. Τον Νοέμβρη σκέφτομαι να τη δωρίσω στην εγγονή μου για τα πέμπτα της γενέθλια. Θα την φορέσει και αυτή και θα την φωτογραφίσω αγκαλιά με την κόρη μου. Θα βάλω και τις τρεις φωτογραφίες δίπλα δίπλα στην ίδια κορνίζα πάνω στο γραφείο μου.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε την ύλη του έντυπου τεύχους μας εδώ.