Aνοιγοκλείνει τον εαυτό της
Χιονίζει στο αρχαίο δάσος μέσα της και αντί για γάλα το στήθος κατεβάζει δάκρυα
Οι γονείς στάχτη
Η γυάλα του ύπνου της σπασμένη
Τα παιδιά της την φωνάζουν, ολοένα την φωνάζουν
Τα ψάχνει μα δεν τα βρίσκει στην κούνια τους
Στην πούδρα των τοίχων δεν κρέμονται πια καθρέφτες
Στη θέση τους βλέπει το πρόσωπό της
Βλέπει μια γυναίκα με λευκά μαλλιά πρόσωπο ρουφηγμένο και μια ουλή για στόμα
Κρατάει στα χέρια της μια πιατέλα με σκιές που καίνε και τον βαπτιστικό της σταυρό
Κάποτε ακούστηκε ένα σκίσιμο, ένα σιγανό πετάρισμα
Ήταν που βγήκαν απ’ το σώμα της πουλιά

.

«Μάνα μ’ ακούς;
Έσπασαν οι ραφές των χεριών σου
Το νυφικό σου σάβανο κλωστές στο στόμα μου
ομφάλιες.»
Κι ύστερα γη
κι ύστερα μάρμαρο
κι ύστερα τίποτα.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Η φωτογραφία είναι από την ταινία La teta asustada (2009)]