Κωνσταντίνος Τζαμιώτης
Το πέρασμα
(Μεταίχμιο, 2016)

Η λογοτεχνία μοιάζει συχνά καταδικασμένη ν’ αναμετράται διαρκώς με την επικαιρότητα: αυτή η διαμάχη και τούτος ο παράδοξος ετεροκαθορισμός ξεκινούν από την ίδια της τη φύση – μιλώ για τη θέση του θεμελιακού ερωτήματος ‘‘έχουμε να κάνουμε με μια δραστηριότητα, μια μορφή τέχνης, που οφείλει να εντάσσεται στην εποχή της ή, έστω, να την αναπαριστά’’;  -και φτάνει ως τους διακηρυγμένους ή μη σκοπούς της – το ερώτημα ‘‘αξίζει κανείς να χρησιμοποιεί το ωφελιμιστικό, κατά ένα τρόπο, κριτήριο της επικαιρότητας;’’. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια παραλλαγή του κομβικού ερωτήματος που συναντούμε στη φιλοσοφία της τέχνης και αναφέρεται στην επικαιρότητα του ίδιου του συμβάντος της, ή, ειδικότερα για τη χρονικότητα, τον χρονισμό που επιλέγει κάθε φορά το καλλιτεχνικό υποκείμενο, εν προκειμένω ο συγγραφέας.

Στα της εγχώριας πεζογραφικής παραγωγής, την τελευταία πενταετία έχουμε εμφανώς κατακλυστεί από μυθιστορήματα που ‘‘μιλούν για την κρίση’’ˑ Εξακολουθεί ασφαλώς να κυκλοφορεί κι ένας σεβαστός αριθμός μυθιστορημάτων που αφορούν τα δύο τρία κομβικότερα συμβάντα του ελληνικού 20ου αιώνα – μικρασιατική καταστροφή, κατοχή, εμφύλιος- ασφαλώς τίθεται κι εκεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ερώτημα σχετικά με την επίδραση των ιστορικοπολιτικών γεγονότων στη λογοτεχνική παραγωγή. Ορισμένα από τα μυθιστορήματα της κρίσης, λοιπόν, –ή, ορθότερα, που γράφονται στην εποχή της κρίσης και διαδραματίζονται κατά τη διάρκειά της- προσπαθούν να τη διερμηνεύσουν, ενώ άλλα να τη χρησιμοποιήσουν ως συστατικό στοιχείο της πλοκής τους. Για άλλη μια φορά νομίζω πως επιβεβαιώνεται ότι η ποσότητα δεν καθορίζει την ποιότητα: έχουμε διαβάσει ορισμένα εξαιρετικά λογοτεχνήματα αλλά και ένα σωρό επιδερμικές προσπάθειες που είναι μάλλον στραμμένες σε μια έντονα επιθυμητή εμπορική επιτυχία και ασφαλώς στην εντυπωσιοθηρία.

Εάν μέχρι το 2016, λοιπόν, ένα σημαντικό μέρος της παραγωγής αφορούσε την κρίση, εικάζω πως στο τρέχον 2017 και το 2018 θα έχουμε δραματική αύξηση της θεματολογίας της μετανάστευσης. Έως τώρα, η συνήθης οπτική/θεματική της ελληνόφωνης πεζογραφίας αφορούσε την εργατική μετανάστευση των Ελλήνων προς τον δυτικό κόσμο, κυρίως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο – και σε μικρότερο εκείνη των αρχών του 20ου αιώνα, κυρίως προς τις Η.Π.Α. στη δεύτερη περίπτωση. Απομένει, ίσως, η λογοτεχνοποίηση της τάσης πολλών νέων της εποχής μας για μετανάστευση προς τη Δύση που συγκροτεί μια νέα γενιά, μορφωμένων πλέον, μεταναστών.

Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, μία, τολμώ να πω, από τις σημαντικότερες πεζογραφικές φωνές της χώρας μας, συνηθίζει να προδικάζει ακούσια τα γεγονότα, καθώς είχε κυκλοφορήσει ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα που έχουν ως σκηνικό την Αθήνα της κρίσης, με τίτλο Η πόλη και η σιωπή,(Καστανιώτης, 2014) και κυκλοφορεί ένα μυθιστόρημα, τώρα, για το μεταναστευτικό, μυθιστόρημα που είναι εμφανές πως άρχισε να γράφεται πριν τη δραματική αύξηση των προσφυγικών ροών λόγω του πολέμου της Συρίας.

Ο Τζαμιώτης διανύει μια περίοδο κατά την οποία έχει ξεπεράσει τα περισσότερο γλωσσοκεντρικά του πεζογραφήματα (ξεχωρίζω την Συνάντηση και την Εφεύρεση της σκιάς) και περνά σταθερά πια στο λεγόμενο ‘‘μεγάλο μυθιστόρημα’’, αρχικά με το εξαιρετικότατο Η πόλη και η σιωπή στο οποίο μόλις αναφερθήκαμε και πρόσφατα με το Πέρασμα.

Το Πέρασμα διαδραματίζεται σ’ ένα μικρό ελληνικό νησί, απέναντι από τα τουρκικά παράλια, όπου ξεβράζεται χειμώνα καιρό ένα καράβι γεμάτο ανθρώπους μες στην εξαθλίωση. Όσες από τις τριακόσιες ψυχές κατορθώσουν να επιζήσουν μεταφέρονται στο γυμναστήριο του χωριού. Ο συνεχιζόμενος κακός καιρός και οι ολιγωρίες του κρατικού μηχανισμού θέτουν σε δοκιμασία τις αντοχές των καραβοτσακισμένων αλλά και των γηγενών κατοίκων όπως και τις μεταξύ τους σχέσεις.

Το μυθιστόρημα του Τζαμιώτη είναι εξαιρετικό διότι δεν είναι μονοσήμαντο: δεν μας παρουσιάζει μια εξιδανικευμένη μορφή των αλληλέγγυων ελλήνων νησιωτών, ούτε εκείνη των απρόθυμων, αγανακτισμένων, σχεδόν ρατσιστών ντόπιων. Στο μικρό νησί όπου ξεβγάζονται οι καραβιές με τους πρόσφυγες συνυπάρχουν όλοι οι χαρακτήρες και οι συγκρουόμενες απόψεις – ενίοτε οι συγκρουόμενες απόψεις συνυπάρχουν στον ίδιο χαρακτήρα. Ομοίως και στην πλευρά των προσφύγων/μεταναστών. Στις τάξεις τους υπάρχουν πλείστοι χαρακτήρες, πλείστα κίνητρα: εκείνο που καθιστά την αφήγηση συναρπαστική είναι το πώς συναρθρώνονται οι μεμονωμένες ιστορίες σε μια συμπεριφορά πλήθους, συμπεριφορά μάλιστα που εντείνεται από την οριακή κατάσταση στην οποία περιέρχεται καθένας όταν παλεύει για τη ζωή του.

Η αφήγηση του Τζαμιώτη –μοιρασμένη σε πολλά στόματα, πολυφωνική και συνάμα ψηφιδωτή- είναι προς την κατεύθυνση της εικονοποιίας, ωφέλημα ενδεχομένως της δικής του σπουδής στον κινηματογράφο. Πράγματι, έχουμε την τάση να εξοικειωνόμαστε πιο εύκολα με τις εικόνες: Οι απώλειες είναι αριθμοί, κι ας είναι αριθμοί που καταμετρώνται μπρος στην πόρτα μας.

Στην παροντική αφήγηση του Τζαμιώτη δεν τίθεται τόσο το διαπολιτισμικό στοιχείο, αλλά το βιοτικό – ένα ζήτημα ζωής και θανάτου. Παρεμφερώς, δεν μπορούμε να πούμε πως τίθεται ή διακυβεύεται η ετερότηταˑ έχουμε να κάνουμε με ένα πέρασμα, με μια μετάβαση, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Και σε αυτό το πέρασμα εκείνο που έρχεται δραματικά στο προσκήνιο πριν απ’ όλα είναι οι αντοχές και τα όρια της καλοσύνης και της αλληλεγγύης.

Το προσφυγικό ζήτημα εμφανίζεται σε καλλιτεχνικό επίπεδο ως επίδικο σφετερισμού – από τη μια του διδακτισμού και από την άλλη ως ενεργοποιός κατάσταση του μίσους. Το μυθιστόρημα του Τζαμιώτη λαμβάνει θέση ενάντια στο μίσος δίχως όμως να συντάσσεται με τον διδακτισμό.

Εάν η περίοδος της ευημερίας έδωσε την ευκαιρία στις καλλιτεχνικές εκφράσεις να ξεπεράσουν ευκολότερα τον ρεαλισμό, τούτο το ξεπέρασμα αποδείχτηκε μη οριστικό: ο ρεαλισμός –ως μορφή και συνάμα ως αίτημα- μάς ξαναχτυπά την πόρτα λόγω συγκλονιστικών, επικαιρικών γεγονότων. Στα υπό κρίση (εδώ η κρίση μπορεί να εννοηθεί τριπλώς υπό έναν παράδοξο, παιγνιώδη τρόπο) μυθιστορήματα πρέπει πάντα να έχουμε κατά νου τη δυσκολία να γράψει κανείς μέσα στη δίνη των γεγονότων. Ο Τζαμιώτης το επιτυγχάνει σε επίπεδο αφήγησης, πλοκής, χαρακτηρολογίας.

Εάν πρόκειται να διαβάσετε ένα μυθιστόρημα που αφορά το προσφυγικό, μία από τις ευστοχότερες επιλογές είναι αδιαμφισβήτητα το Πέρασμα.


*Ο Ιορδάνης Κουμασίδης διδάσκει στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο