Η μέρα μούχλιαζε στους κατάκοπους δρόμους
στα πεζοδρόμια.

Αυτός απροσάρμοστος κοιτούσε απ’ του παραθύρου τις χαρακιές.
Όταν νύχτωνε βαριά
φωνή μυστική τον έσπρωχνε να βγει.
Εισχωρούσε στο πηχτό δάσος, στις πλαγιές
στην απέραντη γαλήνη. Μια μαγεία ένιωθε.
Έφτανε στο ίδιο σημείο άγνωστο πώς.

Εκεί τον περίμεναν χωρίς ανάσα
ακίνητοι λύκοι πολλοί.

Ο επικεφαλής έλεγε πάντα το ίδιο.
Αυτός ήταν δικός μας.
Ο λυκάνθρωπός μας.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]