γράφει ο Αντώνης Παπαβασιλείου

ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΚΟΣ ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΗΣ/ ΑΝΝΑ ΚΟΥΣΤΙΝΟΥΔΗ
Συνεταιριστικό Βιβλιοπωλείο,
Παρασκευή, 21-4-2017, Κοζάνη

Φίλες και φίλοι καλησπέρα.

Σου δίνει, αλήθεια, χαρά να πεις κάποια ελάχιστα για ένα βιβλίο, μέσα σε πολύ οικείο χώρο. Ένα σπάνιο χώρο, για τον τόπο μας, που έχει να κάνει αποκλειστικά με βιβλία (θυμηθείτε, έχουν τη γιορτή τους αύριο) και που γνωρίζει το έντυπο όσο λίγοι. Περικυκλωμένοι, λοιπόν, από σελίδες, προσπάθειες γραφής, λέξεις κλεισμένες ανάμεσα σε δύο εξώφυλλα, να περιμένουν την ανάσα του αναγνώστη.

Να μιλήσουμε για ένα Σελιδοδείκτη. Των 8 τυπογραφικών, ήτοι 128 σελίδων, τόμο της Άννας Κουστινούδη. Και τι σελιδοδείκτη; Καλειδοσκοπικό. Παιχνιδίζει με το φώς και τις λοξές ανταύγειες της γραφής.

15 κριτικές αναλύσεις κειμένων. Ποίηση, διηγήματα, μυθιστόρημα, αφηγήσεις, ημερολογιακές προσεγγίσεις.

Ο Γιώργος Θεοχάρης στο ωραίο προλογικό του σημείωμα, με τίτλο ΣΚΥΒΟΝΤΑΣ ΜΕ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΞΕΝΟ ΜΟΧΘΟ, γράφει:

«Τα κριτικά κείμενα της Άννας Κουστινούδη έχουν το πλεονέκτημα να διαβάζονται και να προσφέρουν αναγνωστική απόλαυση, ακόμα και ως αυτόνομα κείμενα γραφής.

Ως φιλοσοφικά δοκίμια.

Ως λογοτεχνήματα».

Η Άννα, με μια βαθιά γνώση της Λογοτεχνίας, και δη της Αγγλικής, με την ματιά του δασκάλου που ξέρει από μάχες θρανίων, κατέχει και έναν ξεχωριστό οπλισμό. Μια αρματωσιά ιδιότροπη και πλέον αποτελεσματική. Γνωρίζει, έχει μελετήσει, κατέχει τη θεωρία της λογοτεχνίας. Και τούτο δίνει μια σαφήνεια στα γραπτά της. Ξέρει ακριβώς τι θέλει να πει. «Ο κριτικός λόγος πρέπει να είναι σαφής και μπορεί να είναι ωραίος» έγραφε ο εκπληκτικός εκείνος φιλόλογος, ο Μενέλαος Παρλαμάς.

Επισημαίνοντας και την εικαστική παρέμβαση του Κώστα Ντιό στο εξώφυλλο, στο λεγόμενο «αυτί» του βιβλίου υπάρχει ένα περιεκτικό βιογραφικό της συγγραφέως μας. Αλλά εγώ μπαίνω στον πειρασμό να σας διαβάσω -κάτι σαν αυτοβιογραφικό έδεσμα-το παρακάτω κειμενάκι της:

«Εγώ Σαλονικιώτικο νταμάρι, εκείνη του θεσσαλικού κάμπου γέννημα-ανάθρεμμα συναντιόμαστε στο θρυλικό φουαγιέ της Φιλοσοφικής ένα πρωί Δευτέρας ενός Σεπτέμβρη αρχές του ΄80, πρωτοετείς και αγχωμένες. Ψάχνουμε αμφότερες (με γλυκιά αδημονία) να μάθουμε πού κατοικοεδρεύει το Αγγλικό τμήμα, όπου μας μέλλει να περάσουμε μερικά από τα πιο Σαλονικιώτικα χρόνια μας. Μας παίρνει το μάτι μιας ευγενικής μορφής με περιποιημένο κάτασπρο μούσι και μεγάλα, χοντρά γυαλιά μυωπίας σε μαύρο κοκάλινο σκελετό. Μας πλησιάζει διακριτικά χαμογελώντας: «Tί ψάχνουν τα κορίτσια; Πρωτοετείς είστε;» «Μάλιστα. Μήπως ξέρετε που θα βρούμε το Τμήμα Αγγλικής;» «Ακολουθήστε με, θα πάμε μαζί» Μπαίνουμε στο ασανσέρ, πατάει το τρία, φτάνουμε στον 3ο, μας πηγαίνει, σχεδόν απ’ το χέρι, μέχρι την πόρτα του 308 (πόσες ώρες αλήθεια θα περάσουμε στο εν λόγω σπουδαστήριο…), μας εύχεται «καλή αρχή, καλές σπουδές» και μας αφήνει για να κατέβει από τη σκάλα στο δεύτερο όροφο. Λίγες μέρες αργότερα τον συναντάμε στο αμφιθέατρο – όλοι και όλες επιλέγουνε/με την «Εισαγωγή στην Αρχαιολογία» άλλωστε. Λέγεται Μανόλης Ανδρόνικος. Πόλη φιλόξενη, απλή και ταπεινή όπως κι οι άνθρωποί της. Και κύλισαν τα χρόνια και σταματημό δεν έχουν».

Αυτά τα τερπνά και αναρωτιέμαι: Μπας και τα χρόνια γίνονται συλλαβές, γραπτά, επιστολές με παραλήπτες αγνώστους των λεπτών αισθήσεων;

*

Μικρές ματιές, τώρα,σε ορισμένα κείμενα του ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΗ,
μέσα από το λόγο της ΑΚ.

Για τις ΣΥΓΚΕΧΥΜΕΝΕΣ ΑΓΑΠΕΣ του Β.Π. Καραγιάννη. Αναφορές στον μαγικό ρεαλισμό του Μπόρχες, λυγμικοί λόγοι, ματαιότητες, στιγμές από Αθωνικά οδοιπορικά (στα οποία κι εμείς συνδράμαμε ως ημιβοηθοί ημιόνων της ανηφόρας). Επιθυμία, μνήμη και αφήγηση το τρίπτυχο που τονίζεται.

55 του Θωμά Κοροβίνη,αστυγραφία τραυματική της Πόλης. Μιας άλλης πραγματικότητας, θρυμματισμένη αναπόληση, «ο αγιάτρευτος νταλγκάς» του τρόπου μας, μέσα σε ένα απίθανο χαρμάνι προσώπων και συμβάντων.

Το Σκαληνό Τρίγωνο του ΒΠΚ. Όπου η Φυλλομαζώχτρα (τι χαρακτήρας!) συμμετέχει του περιβόητου ΣπούνΡίβερ.Αυτοαναφορικότητες, ποιητικά σπαράγματα και η παντοδύναμη, σπαζοκοκαλούσα Νοσταλγία.

«Όλες οι λέξεις καίνε». Με το στίχο της Ελένης Κοφτερού ξεκινά το κριτικό κείμενο για την ποιητική της συλλογή ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΓΕΝΝΕΘΛΙΑ ΠΟΛΗ. Αν καίνε, λέει, οι λέξεις. Άλλο πράγμα. Μπαρούτι. Εδώ ξαναβρίσκω το όνομα της CatherineBelsey, μα προχωράω γοργά στο πανέμορφο: «η Κοφτερού βιώνει τη λέξη, όπως τη λάσπη στα παιδικά μας δάχτυλα».Μια πρόταση η οποία ευεργετικά με τραυματίζει.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΟΛΛΑΣ. Το ταξίδι στην Ελλάδα. Η Άννα επιλέγει να ξεκινήσει με το

«Τρύπες μνήμης και τρύπες ζωής χτίζουν τα πρόσωπά μας».

Βλέπει τα θραύσματα ελπίδας να παλεύουν με τα κύματα της αφήγησης. Και καταλήγει με έναν βαρύ στίχο του Νόλλα:

«Μπορείς να υπάρχεις όταν ο άλλος πάρει το βλέμμα του μακριά από το πρόσωπό σου;».

Με πήγε στο θαυμαστό «Μη αποστρέψεις το πρόσωπόν σου από του παιδός σου, ότι θλίβομαι».

Θέλεις διαβάζοντας αυτό το επιλογικό, να ξαναπιάσεις το βιβλίο.

Για το ΦΕΥΓΩ ΑΛΛΑ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΩ της Αρχοντούλας Διαβάτη, το Σαλονικιώτικο τοπίο, με όλα του τα θαύματα και τα τραύματα. Μια πόλη, σαν μάνα να μας εμπεριέχει. Από μόνη της μια περίσσεια η ζωή, λέει η Άννα. Ξεγλιστράει από τα τερτίπια της γλώσσας αλλά και ταυτόχρονα ετεροκαθορίζεται από αυτήν. Διπλό επικίνδυνο παιχνίδι. Αδιέξοδο; Απαραίτητο; Σίγουρα ελκυστικό.

Η ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ της Ανθής Μαρωνίτη. Όπου υπογραμμίζεται το δύσκολο άθλημα: το μυστήριο της ύπαρξης κι εμείς με λέξεις να χτυπάμε ανεμόμυλους. Υπαρκτή η ανάγκη, οδύνη, να δημιουργήσεις μέσα από το κείμενο, να ερμηνεύσεις, να μεταφράσεις σκοτεινές συλλαβές του βίου.

ΜΕΛΑΝΙ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΣΚΟ της Γεωργία Κολοβελώνη, όπου ο λογοτεχνικός ουρανίσκος της Κουστινούδη αντιμετωπίζει ένα πλέγμα γεύσεων και αντινομιών παρουσίας/απουσίας. Μας θυμίζει τον Πωλ Βαλερύ, «είμαι σε κάθε στιγμή ένα τεράστιο συμβάν αναμνήσεων» και καταγράφει με στοργή τα υπαρξιακά αγωνίσματα της συγγραφέως.

Ένας στίβος μάχης που δημιουργεί θλάσεις στο μυϊκό της ψυχής.

*

«Μπορεί πραγματικά αυτά να εννοούσαμε
όμως οι λέξεις τι είπαν,
όμως οι λέξεις όταν πήραν την εξουσία στα χέρια τους τι είπαν;»

Σοφός, ο Κώστας Μόντης.

Κι ένας φίλος του, ο Γιώργος Π. Σαββίδης γράφει τα ακόλουθα,τον Ιανουάριο του 1974,:

«Χωρίς ανεπτυγμένη αίσθηση των πραγμάτων, ούτε ο φιλόλογος μπορεί να είναι σωστός φιλόλογος, δηλαδή και άξιος κριτικός, ούτε ο κριτικός μπορεί να ωφεληθεί πραγματικά από την τεχνική του φιλολόγου ή από την επιστήμη του γραμματολόγου».

Η Άννα έχει ακριβώς αυτή την ανεπτυγμένη αίσθηση των πραγμάτων.

Και πάει παραπέρα, με μια τρυφερή διαίσθηση, μαγειρεύοντας κείμενα που κρυφομιλούν με τον αγώνα, την κούραση, τις οδύνες των λέξεων. Και για τούτο μας προσφέρει σελιδοδείκτες νοήματος.

Σας ευχαριστώ.