Του έρωτα και της καταστροφής

ο άνδρας στέλνει ένα γράμμα. Ο πόλεμος έχει τελειώσει. Εκείνος βρίσκεται μακριά. Προσπαθεί να της αποκαλύψει τα σημάδια που του άφησε ο πόλεμος. Δεν λέει κουβέντα για τον εθισμό του στη μορφίνη. Το γράμμα προκύπτει μες στον παροξυσμό της χρήσης. Ατμόσφαιρα της πόλης, και χαμένοι αγώνες.Της ζητάει να του γράψει. Το γράμμα διαβάζεται από εκείνη την ημέρα των αρραβώνων της με κάποιον άλλο.

Η μορφίνη τον έχει καταβάλλει. Ό,τι δεν κατέστρεψε ο πόλεμος τ’ αποτελειώνει εδώ και τώρα το πάθος. Στα γράμματά του έχει την πικρή ευτυχία που είναι ψέμα, που είναι ψέμα. Το κορίτσι λυπάται τόσο. Το τελευταίο γράμμα του θα ’ρθει απ΄τους τροπικούς.

Αγαπητή Μπεατρίς,
Το Σαντιάγο είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Γεμάτος μυστήρια, συνωμοσίες, πάθη, ηδονές, σκληρούς χειμώνες και κήπους. Θυμάσαι πως σ’ έναν τέτοιο κάποτε πόζαρες φορώντας μόνο τις γραμμές σου; Θυμάσαι πώς στήριξες στην έκφρασή σου την πιο ακραία εκδοχή της μοναξιάς μας εκείνο ακριβώς το απόγευμα. Μαζί σου τέλειωνε ένα ρεύμα και δεν θα μπορούσα να κλείσω παρά μ’ εκείνους τους στίχους που σε θέλουν στην πέμπτη δεκαετία σου, με κρεμασμένα περιδέραια και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων του νότου να υψώνεσαι.

Τα υπόλοιπα είναι μονάχα κακογραμμένοι χαρακτήρες. Η Μπεατρίς γονατίζει εμπρός στο εικόνισμα του μικρού Αϊ-Νικόλα. Η παιδική του ψυχή θα τη συγχωρέσει. Προσεύχεται και είναι θαυμάσια τρυφερό τούτο το πλάσμα του Θεού μες στην αδυναμία και την ταραχή του. Έπειτα γρήγορα και αποφασιστικά αφήνει την ιδέα της στο χώρο και περνά στη ζωή. Εκείνο το μέρος δεν θα το λησμονήσει ποτέ της. Τ’ άλογό της ‒είναι συνήθεια στην τάξη της η ιππασία και η Μπεατρίς δεν θ’ αργήσει να μεταμορφωθεί σε μια υπέροχη πεταλούδα‒, τ’ ονόμασε Σαντιάγο. Και όλοι βρίσκουν συναρπαστική αυτή τη λέξη, δίχως να υποψιάζονται πως η μισή της καρδιά χάθηκε εκεί.

Σε κοιτάζω μες στους πίνακες, την άνοιξη στο βάθος του σταροχώραφου να είσαι μια αντανάκλαση του λευκού, επειδή Μ., τόση ομορφιά είναι πράγμα επικίνδυνο που τρομάζει τους ποιητές και τους ζωγράφους. Και τους καταστρέφει.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Τina Μodotti.]