Δήμητρα Β. Καραγιάννη, Κλεισμένα σε θυρίδες: 25 υστερόγραφα εποχής, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016.

Η εμπειρία αυτού που ο Μάρτιν Χάιντεγκερ αποκάλεσε «Dasein», δηλαδή το «υπάρχειν εις τον κόσμον», χαρακτηρίζει τα πρώτα δείγματα γραφής της Δήμητρας Καραγιάννη, από τα οποία αναδύεται μια σειρά πολλαπλών οπτικών στα πρόσωπα, στα πράγματα, στο παιχνίδι και στο θέαμα του κόσμου τούτου.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που περιλαμβάνει μια σειρά διαφορετικών κειμενικών ειδών, που σημαίνει ότι από ειδολογικής σκοπιάς υπάρχει μια πρωτοτυπία στην εν λόγω συλλογή, αφού σ’ αυτήν ο αναγνώστης/τρια συναντά χρονογραφικού κυρίως χαρακτήρα πεζά, ποιήματα, κάποια από τα οποία έχουν μελοποιηθεί, αλλά και κριτικές αναγνώσεις της συγγραφέως. Η Δ.Κ. εκθέτει εαυτήν ως χρονογράφος/πεζογράφος, ποιήτρια/στιχουργός, αλλά και ως κριτική αναγνώστρια κειμένων γραμμένα από τρίτους.

Τρεις βασικοί άξονες διατρέχουν το βιβλίο της Δ.Κ. O χρόνος, η μνήμη και το βλέμμα. Το βλέμμα, ως αφηγηματικό εργαλείο πρωτίστως, αλλά και ως μέσο ερμηνείας της εικόνας αυτής καθ’ αυτής μια και η εικόνα κατέχει ιδιαίτερη θέση στα κείμενα ως ατόφιο πολιτιστικό προϊόν, ως φωτογραφική, αλλά και ζωγραφική τέχνη, αλλά και ως έναυσμα που είτε πυροδοτεί τις λειτουργίες της μνήμης και του αναστοχασμού, όπως θα δούμε στην πορεία, είτε αναλύεται ως τέχνη αμιγώς αναπαραστατική. Όλα αυτά υπό τον πρωταρχικό όρο/κινητήριο μοχλό, εκείνον της γλώσσας, γιατί είναι οι λέξεις και το ονομάζειν των πραγμάτων, που τροφοδοτούν την εμπειρία με το εκάστοτε σχήμα της.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η γραφή ως αμιγής μυθοπλασία ή ακόμα και ως χρονογραφία, ακόμα-ακόμα και ως ιστορική καταγραφή, δεν πηγάζει αμιγώς/αποκλειστικά από την εμπειρία, αν και αυτή η δεύτερη αποτελεί χρήσιμο, έως και πολύτιμο, υλικό για τον λόγο ακριβώς για τον οποίο συχνά αμφισβητείται. Η εμπειρία βιώνεται μεν, αλλά μεταφέρεται μέσα στα πλαίσια του συμβολικού, δηλαδή της γλώσσας. Ωστόσο, δεν είναι απαραίτητο να προσδίδει κανείς στην εμπειρία το προνόμιο της παρουσίας ως προγενέστερης της σημασιοδότησης για να θεωρηθεί πολυτιμότερη της γραφής. Διότι σε όποια μορφή κι αν τη συλλέξεις, σε ημερολόγια, προσωπικές αφηγήσεις, προφορικές ή γραπτές, η εμπειρία θα είναι εκ προϊμίου ήδη σε μορφή κειμένου, γεγονός που καθιστά τη γλώσσα εν τέλει ως τη βασιλική οδό που τη μεταπλάθει ή εν μέρει αντανακλά την όποια ανθρώπινη εμπειρία ως λογοτεχνία. Στο βιβλίο της Καραγιάννη εμπειρία, γλώσσα, αναπαράσταση αλληλοεμπλέκονται σε ένα ενδιαφέρον παιχνίδι, υπό το κράτος της επιθυμίας που άλλοτε ματαιώνεται ως απώλεια και άλλοτε μετουσιώνεται σε ελπιδοφόρα προσμονή, συνεχώς μετατοπιζόμενη μέσα στην αντιφατικότητα της προσταγής που τη χαρακτηρίζει.

Ξεκινώντας από τον τίτλο, Κλεισμένα σε θυρίδες: 25 υστερόγραφα εποχής: τον αναζητώ μέσα στα κείμενα, αναρωτιέμαι σε σχέση με την συγκεκριμένη επιλογή και δεν αργώ να τον εντοπίσω, σχεδόν ατόφιο, στην τελευταία στροφή ενός εκ των ποιημάτων και ασμάτων (σελ. 38) στη 2η ενότητα του βιβλίου. Το ποίημα φέρει τον τίτλο «υστερόγραφο»:

Φεύγεις, δεν φεύγεις/είσαι και δεν είσαι/τελειώνουν όλα ήσυχα κι απλά/δεν έχει η αγάπη δικλείδες ασφαλείας/κι αυτό το ξέρουμε πολύ καλά.

Υπάρχεις, δεν υπάρχεις, προσποιείσαι/δεν έχει δίκιο, λάθος ή σωστό/επάνω στις καρδιές μας μαύρες τρύπες/μετράν του πόνου ακόμα το σφυγμό.

… Τα σκόρπια βήματά μας στον αέρα/οι σκόρπιες λέξεις που ήθελες να πεις/από μεγάλα λόγια οι αλήθειες/πιάνονται πάντα για να μην τις δεις.

Αυτά κι άλλα πολλά που δε μου είπες/τα βασικά σημεία, μόνο αυτό,/κρατάω κλεισμένα σε θυρίδες/μ΄ ένα υστερόγραφο που δεν θα δω.

Δεν διστάζω να επιχειρήσω μία δομική ανάλυση του ποιήματος και συνάμα και του τίτλου που συμπυκνώνει εντυπωσιακά, θα έλεγα, το προαναφερθέν τρίπτυχο χρόνος βλέμμα φωνή. Η γραφή ως απότοκο της μνήμης, της καταγεγραμμένης εντύπωσης και εμπειρίας και ως μέσο αμφισβήτησης της εμπειρίας («Φεύγεις δεν φεύγεις», ««Υπάρχεις δεν υπάρχεις»;), αλλά και του συμβολικού συστήματος που βολικά πιστεύουμε ότι την αναπαριστά. Το ποιητικό υποκείμενο μιλά σε 2ο πρόσωπο, απευθυνόμενο στο συγκεκριμένο ή και στον αφηρημένο Άλλο που μπορεί, ωστόσο, να είναι και αυτό το ίδιο σε μία αποστροφή εις εαυτόν που βιώνει και καταγράφει της επιθυμία ως μια αντιφατική προσταγή, έναν τόπο απώλειας. Το ποίημα, ως κείμενο, είναι ένα ευαίσθητο σύνολο πρακτικών έμφορτων σημασίας, που πιστοποιεί τις ακαθοριστίες, την πολυφωνία, την ετερογένεια της σημασίας, γεγονός που υποδηλώνει ότι το σημαινόμενο είναι ασταθές, το ίδιο ένα υποκείμενο εν εξελίξει. Οι θυρίδες της μνήμης, εγκεφαλικοί νευρώνες στη γλώσσα της βιολογίας του σώματος, κατακρατούν ίχνη και υπαινιγμούς εμπειρίας που η αναληπτική πράξη της γραφής και της αναδρομής αναδιπλώνει. Μα τι άλλο είναι τελικά η μνήμη, παρά ένας τόπος απώλειας. Τόπος συσσώρευσης απολεσθέντων αντικειμένων πάσης φύσεως, τόπων, προσώπων που επιθυμήσαμε και μας επιθύμησαν. «Υπάρχουν άνθρωποι και αντικείμενα που έχουν αυτό το χάρισμα αυτό», επισημαίνει η Δ. Αγαπιούνται εύκολα και πολύ» και που επανέρχονται στο τώρα της γραφής ως υστερόγραφα, έχοντας ωστόσο, αναπόφευκτα, υποστεί αλλοίωση μέσα από το ανοικειωτικό φίλτρο της γλώσσας και του χρόνου που μεσολάβησε. Κάτι παθαίνει και χάνεται στην πορεία, κάτι που μοιάζει με «αδέσποτη θλίψη», (η φράση από το ομώνυμο ποίημα της συλλογής), αλλά αυτό που απομένει είναι ταυτόχρονα και μία περίσσεια, ένα περίσσευμα, βαθιά σκαμμένο στη ζήτηση που η ανάγκη της επιθυμίας συνεχώς τροφοδοτεί. Αλλά και σε άλλα ποιήματα της ίδιας ενότητας οι θεματικές της μνήμης του χρόνου και της γλώσσας επανέρχονται. Στο μελοποιημένο ποίημα «Λέξεις» λ.χ. το ποιητικό υποκείμενο μετεωρίζεται ανάμεσα το ειδικό βάρος που φέρουν οι λέξεις, από τη μια και στην αδυναμία τους να αναπαραστήσουν το βίωμα, την εμπειρία και την όποια αλήθεια αυτά ενέχουν: Άσπρο σεντόνι το χαρτί μου/ Βουλιάζει απόψε από τις λέξεις/ποζάρουν πάλι στο μυαλό μου/πάντα γυμνέα από τις σκέψεις/ποιο ψέμα τους πια να πιστέψεις. (σελ.40).

Στην πρώτη ενότητα πεζών που τιτλοφορείται «Δοκιμές», η Δ.Κ. αντλεί εν μέρει από βιωματικό υλικό που εδράζεται στην σύγχρονη καθημερινότητα, υλικό περίπλοκα σημαίνον στην απλότητά του μέσα στις επαναλήψεις του βίου, έτσι που όλα να αποτελούν ποίηση του «υπάρχειν εις τον κόσμον» «στις πιο ευαίσθητες και στις πιο τραγικές εκδοχές του», σύμφωνα με τη Δ. Επιλέγοντας τη σαφήνεια της πεζολογικής απλότητας η Καραγιάννη αφήνεται σε κρίσιμης σημασίας κείμενα (όπως το Περί ύψους του Λογγίνου), πρόσωπα και πράγματα του περίγυρού της, χρησιμοποιώντας τα ως σηματοδότες της, αλλά και ως αφορμή για ενδοσκόπηση και υπαρξιακό αναστοχασμό. «Κι όλα αυτά», όπως επισημαίνει η συγγραφέας, «στριμωγμένα στο στενό περίγραμμα που σχημάτισαν τα λόγια, σιωπηλά κι ανεπαισθήτως ηχηρά… μια ατέρμονη συζήτηση τα έσω μας, ένα καταφύγιο, ένα ταξίδι στο ανέφικτο, μια βουβή απεικόνιση της θλίψης σ΄ ένα ακατανόητο, όσο και θελκτικό, παιχνίδι με τις λέξεις.» (σελ. 29, «Όλα είναι ποίηση»).

«Το αντίδοτο» μας λέει: Αναγνωστική ενδοσκόπηση, θα το έλεγα, σαν μια φευγαλέα εσωτερική αναρρίχηση στα ύψη της ανθρώπινης ψυχής, για να οδηγηθείς από τη θεωρία του προσωπικού σου θέλω στην πραγματικότητα του προσωπικού σου είμαι. Στη διαπίστωση και την ανάπτυξη της συνειδητότητας που μεταφέρεις μαζί σου.» (σελ.17).

Στα πρωτοπρόσωπα χρονογραφικά πεζά της ενότητας κυρίαρχο ρόλο, επίσης, κατέχει το τοπικό στοιχείο της γενέτειρας πόλης της. Πρόκειται για στιγμιότυπα του βίου, φέτες ζωής, που αναδύονται, άλλοτε με τη μορφή διάψευσης, οδύνης και ματαιωμένης επιθυμίας, και άλλοτε με τη μορφή αισιόδοξης προσδοκίας. Ένας μοναχικός περίπατος στην πλατεία της πόλης, το αμφίδρομο βλέμμα σε μία φωτογραφία, η τυχαία συνάντηση με μία πλανόδια αλλοεθνή μουσικό με το μωρό της, πυροδοτούν αναλαμπές μνήμης και νοσταλγικής αναδρομής στο μακρινό παρελθόντος, αλλά και στο ρευστό, αβέβαιο παρόν και συχνά λαμβάνουν τη μορφή ενδοσκόπησης και υπαρξιακής αναζήτησης με τη 2η να λειτουργεί περιστασιακά ως φιλοσοφικός ανα-στοχασμός όπως λ.χ. στο «Όνειρο Χριστουγεννιάτικης Νύχτας», όπου στο τώρα της αφήγησης το αφηγηματικό υποκείμενο, εν μέσω αναδρομικής αφήγησης, βρίσκεται σε διάλογο με το αντίστοιχο του της αφήγησης. Αυτό το 2ο συμπίπτει με εκείνο της παιδικής ηλικίας, με τα χρόνια της αθωότητας, τότε που ο κόσμος μας ανοίγεται φρέσκος και δροσερός σε όλη του τη μυστηριώδη και ανεξερεύνητη απεραντοσύνη, ανεξιχνίαστος και βομβώδης πριν γίνει έναρθρος συμβολικός λόγος και πολιτισμική σύμβαση. Νοσταλγεί εκείνο το παιδί, μέσα στη χαμένη, κάτω από την αυτονόητα διχαστική δύναμη της λέξης: «Κάπου μέσα μου ξυπνάει φορές εκείνο το παιδί. Ανοίγει την πόρτα και τρέχει προς το φως. Με πλησιάζει για λίγο και φεύγει μακριά. Τού δίνω λίγα, κι ας μου ζητάει πολλά» (σελ. 33). Στα περισσότερα κείμενα της συλλογής υπάρχουν αυξομειούμενοι τέτοιοι κραδασμοί, που επιτυγχάνουν να σκάψουν τη διαστρωμάτωση της μνήμης, για να ανοίξουν, εν τέλει, τη φραγμένη διάσταση της προοπτικής. Καίτοι πεζός ο λόγος στο πρώτο μέρος του βιβλίου, δεν μπόρεσα να μην παρατηρήσω ότι κι εκεί εμφιλοχωρεί περιστασιακά η ποίηση, όπως στην ένδον αναζήτηση του παιδιού που «μ΄ ένα βλέμμα παγωμένο, βουβό/τραβάει απότομα το χέρι/κι αρχίζει να τρέχει βιαστικά./κατεβαίνει τα σκαλιά/πίσω του εγώ./Στα χέρια του φτερά/κι όλο να χάνεται σε απόλυτο κενό./Αδύνατο να το προλάβω./Έχει χαθεί./Κραυγή η φωνή μου δυνατή./ Έμεινα αλλόκοτα να κλαίω και να γελάω,/μετέωρη η καρδιά μου κλωστή./Η σκάλα χάθηκε εντελώς./ Μαζί της χάθηκε και το παιδί/σε μια στροφή (ΠΟΙΗΤΙΚΗ)./Ποτάμι ο ιδρώτας,/η ανάσα μου καυτή» (σελ. 33).

Τέλος, με αφορμή το έργο τρίτων, ως κριτική αναγνώστρια κειμένων, αλλά και ως αναγνώστρια της ζωγραφικής αναπαραστατικής τέχνης στο κείμενό της για τον ζωγράφο Μιχάλη Καραπαναγιωτίη, η Δ.Κ. επικεντρώνεται, αναστοχάζεται, αναζητάει και ερμηνεύει τα σημαίνοντα της σελίδας και της εικόνας με την ίδια ακριβώς ένταση όπως κι όταν η ίδια γράφει δικό της πρωταρχικό κείμενο. Στα κείμενα της για τους Θοδωρή Γκόνη, Φίλιππο Πλιάτσικα, Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Γιώργο Ανδρέου, Μιχάλη Πιτένη και Γιώργο Τσάρο, εντοπίζει τα ουσιώδη και ες αεί αναπάντητα ερωτήματα που η καλή λογοτεχνία θέτει χωρίς να τα απαντά, μέσα από την εκκωφαντική σιωπή των ήχων του συμβολικού συστήματος που μας καθορίζει και μας κυβερνά ως πάσχοντα σώματα. Επισημαίνει δε κάπου με αφοπλιστική ειλικρίνεια ότι «όπως και στη ζωή, έτσι και στην τέχνη, τα δευτερεύοντα είναι συχνά αυτά που καθορίζουν την ουσία» (σελ. 38). Αυτά τα ουσιώδη δευτερεύοντα θραύσματα βίου είναι, τελικά, εκείνα που συσσωρεύονται, παραμένουν και παραμονεύουν στις θυρίδες της ανθρώπινης μνήμης, έως ότου, ως υστερόγραφα, και με το πλήρωμα αυτού που αντιλαμβανόμαστε ως χρόνο, μετουσιωθούν σε λογοτεχνία.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]