Του πεινασμένου μην του δείχνεις δρόμους, τσουρούλια δώσ΄ του. Έτσι έλεγε η γιαγιά μου. Που όσο ζούσε, στα σοβαρά δεν την πήρα. Κι ας είχε δίκιο και σε αυτό. Γιατί τι να τις κάνει τις συμβουλές ο αναγκεμένος. Ενώ το ψωμί όλο και κάτι θα το κάνει.

Δεν ήταν του τύπου μου τα χουβαρνταλίκια. Έδινα, όπου είχα να πάρω. Τους διακοναραίους μάλιστα τους έβλεπα με μισό μάτι. Περισσότερο σαν επαγγελματίες απατεώνες παρά σαν αναξιοπαθούντες. Προτιμούσα τα πρεζάκια. Ήμουν ήσυχος που δεν έβαζα το χέρι στην τσέπη.

Σφιχτός ποτέ δεν ήμουν. Δεν περίσσευαν αλλά τα έφερνα καλά βόλτα. Μέχρι την κρίση. Κορνιζάς είμαι. Όχι που να το παινευτώ αλλά είμαι καλός. Αν δεν είναι αλφαδιασμένη η δουλειά, δεν παραδίδω. Έδιωχνα κόσμο. Όποιος θέλει κινέζικα, να πάει αλλού. Στο τέλος δεν έμεινε κανένας. Όταν ο άλλος στενεύεται, κορνίζες θα κάνει;

Ευτυχώς η κόρη μας είναι μυαλωμένη. Πέρασε στην Αστυνομία και δεν μας βαραίνει. Το έβλεπε το παιδί. Δεν είχαμε για φροντιστήρια, για σπουδές θα μας περίσσευαν;

Στα 55 δεν έχεις επιλογές. Με πήραν από κάτω και τα χρέη. Όσο μπορούσαμε το κρύβαμε. Δανεικά κι αγύριστα από φίλους και συγγενείς. Αλλά σήμερα σε κανέναν δεν περισσεύουν. Έπεσε κι η γυναίκα μου –πόσα ν’ αντέξει κι αυτή; Έκανα πάλι διακανονισμό στην Ασφάλεια με λεφτά της αδερφής μου. Είναι ακριβή η θεραπεία της. Και το Δημόσιο αργεί να πληρώσει. Καλύτερα να ήταν ανασφάλιστη. Έτσι μου είπε ο φαρμακοπώλης που τα θέλει μπροστά.

Χτες μας έκοψαν το ρεύμα –τελείως, όχι από το κουτί. Έφυγα το πρωί για να το κανονίσω. Τι να κανονίσω δηλαδή, έτσι το είπα. Κατέβηκα στο Μετρό και πήγαινα πέρα-δώθε. Γυρνώντας από το αεροδρόμιο, χωρίς σκέψη, στάθηκα στην μέση του συρμού και ζήτησα βοήθεια από τους συνεπιβάτες. Ούτε που θυμάμαι τι έλεγα. Δεν έβγαινε η φωνή. Όχι, δεν ντρεπόμουν αλλά σαν να ήταν άλλος αυτός που διακόνευε. Θες επειδή μιλούσα χαμηλότονα, θες επειδή φαινόμουν πρωτάρης, ο κόσμος άρχιζε να μου βάζει κέρματα στις τσέπες. Χέρι δεν άπλωνα. Προσπαθούσα να δω τα βλέμματά τους. Νομίζω ότι χαμογελούσα σε αυτούς που έκαναν πως δεν μ’ έβλεπαν.

Όταν βγήκα στην Κατεχάκη είχε νυχτώσει. Είχα περισσότερα από εξήντα ευρά επάνω μου. Είχε στεγνώσει το στόμα μου αλλά νερό δεν ήθελα. Ήθελα να κλάψω αλλά δεν μπορούσα.

Είχα τουλάχιστον λεφτά για ψωμί.

Για το ρεύμα θα κοίταζα αύριο.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Βασίλης Δ. Γόνης.]