Γιατί γινόμαστε λογοτέχνες; Είναι ένα πρωταρχικό ερώτημα, το κατεξοχήν μάλλον, που θέτουμε στους εαυτούς μας κάποτε –αργά ή συντομότερα– όλοι οι λογοτεχνίζοντες –νεόκοποι έως και μεγάλοι.

Γιατί πιστεύουμε ακράδαντα πως τα όρια της γλώσσας μας είναι και τα όρια του κόσμου μας. Γιατί είμαστε δωρήτριες ψυχές. Επειδή δεν είμαστε μόνον χαραμοφάηδες και χρησιμοθήρες. Γιατί βρισκόμαστε σε διαρκή σχόλη, σε αργία. Γιατί έχουμε περίσσιο χρόνο· άρα, γιατί είμαστε, μεταξύ άλλων, και κάπως χασομέρηδες. Διότι είμαστε θεϊκά αφελείς και ελαφριοί, καθώς τα παιδιά. Γιατί είμαστε ατοπίες και φτερωτοί δαίμονες. Γιατί είμαστε ρομαντικοί. Γιατί είμαστε εστέτ –και ούτω καθεξής.

Μα, γιατί ξαναρωτώ –γιατί λογοτέχνες; Ανέκαθεν με κέντριζε σαν την ανοιξιάτικη τη γύρη η εναλλακτική ιστορία, το λεγόμενο «what if…?» των αστυνομικών ακαδημαϊκών υποθέσεων και της «μυθιστοριογραφίας» –ας μου επιτραπεί ο όρος– των ιστορικών επιστημόνων του φαντασιακού. Τα περιστατικά κυματίζουν στο μυαλό ενός λογοτέχνη· η καθημερινή και κοινόχρηστη ύλη τού ακτινοβολεί τον βαθύ ψυχισμό ενός κόσμου. Αυτή η μυσταγωγία και το χρησμοδοτικό πρόσωπο του σύμπαντος είναι που τον καθηλώνουν. Τα λογής αντικείμενα του σαλεύουν· οι παύλες της επικοινωνίας μαζί του είναι γεροί, παταγώδεις παφλασμοί, ecco, αντηχήσεις που τον στοιχειώνουν και τον θαλασσοδέρνουν. Η ύλη δεν είναι πλέον χώμα και λάσπη· είναι μαγνήτης, είναι κοιτίδα, είναι πλημμυρίδα, είναι ξαστεριά. Ο λογοτέχνης βρίσκεται ξαφνικά ολόγυμνος, σαν κάποιος μόλις πρωτόπλαστος, σε ένα ξέφωτο, σουρωμένος από την υπερβατική αίσθηση ενός déjà vu. Αρχίζεις να φλερτάρεις με τον μύθο, καθώς αφουγκράζεσαι –ή ψυχανεμίζεσαι, καλύτερα– τα διάφανα καρδιοχτύπια του κόσμου. Λες πως βλέπεις στοιχειά· φαντάσματα σε ζώνουνε, σκιές κολυμπούν ακροποδητί ανάμεσα στους ανθρώπους. Μέσα στη μεγάλη πληθώρα και την οχλαγωγία, ανάβεις ένα «beyond». Είσαι –ή γίνεσαι– ο μόνος που θυμάται τι ακριβώς θα συνέβαινε σε τούτο εδώ το ταπεινό, το ξύλινο παγκάκι με θέα τον Θερμαϊκό, ή σε εκείνο το βαλσαμωμένο νεοκλασικό χαμόσπιτο της γνωστής λεωφόρου, με τα τσακισμένα περβάζια και τα ξεχαρβαλωμένα, ξεφτισμένα παραθυρόφυλλα. Θυμάσαι όλους τους ανθρώπινους τύπους που είναι, θαρρείς, μοιραίο σαν από καταβολής κόσμου να συναντηθούν, να αλληλεπιδράσουν, να ζυμωθούν, να τριβούν, με ένα ιλαροτραγικό αίσθημα πεπρωμένου να σε εξιτάρει κάθε φορά. Ξεδιπλώνεις – μία προς μία – όλες αυτές τις φωλεές, τις κρύπτες του ολιστικού νοήματος της μεγαλούπολης όπου κατοικείς, ενός φυσικού τοπίου, ή κάποιου χαρακτήρα, μοριοποιώντας την κοινότοπη ή κοινόχρηστη «ιστορία», υφαλοποιώντας τη, βυθομετρώντας την· κάμνοντας μιαν ανατομία όλου του υπαρκτού και της καθαρής δυνατότητας, μιαν ανασκόπηση ενός πρωτόγονου μέλλοντος.

Όχι, δεν το λογαριάζω αυτό για μια φυγή, για μια αρνησικοσμία, για έναν αναχωρητισμό, για μιαν ασκητική, για μιαν ακόμη απομόνωση. Όχι, δεν γράφεις, απλώς, για να «εκτονωθείς»· ούτε για να σοβατίσεις τα σφάλματά σου. Δεν γράφεις όλον αυτό τον καιρό, προκειμένου να φιλοτεχνήσεις ένα ετεροχρονισμένο «συγγνώμη» για πληγές που είναι, θαρρείς, μοιραίο από γεννησιμιού σου να μην επουλώνονται. Γράφεις γιατί ξέρεις να βρίσκεις κατευθείαν ένα μυστικό σταυροδρόμι, ένα παράλληλο «Πού», όπου εσύ και ο «σημαντικός άλλος» πετυχαίνεστε κατάματα. Γράφεις γιατί μπορείς να κουρδίσεις την ποιητική του νοημοσύνη· γιατί φιλοδοξείς να φωλέψεις στη φαντασία του· να σπαρθείς στις ρωγμές, να αναπνεύσεις στον εσωτερικό του κόσμο – επιτέλους. Γράφεις καθώς καιροφυλακτείς, ψάχνοντας μια ευκαιρία να ληστέψεις μεσονυχτίς αυτόν τον σημαντικό για εσένα διαφορετικό κόσμο, που μοιάζει να ξεγλιστρά και να διαλανθάνει την ευτυχία σου. Θέλεις να οικειωθείς την ιδιωτική, πιο μύχια τοπογραφία του άλλου ανθρώπου, να μετοικήσεις εκεί και να επενδυθείς, να μπολιάσεις μιαν έγνοια για εσένα. Κι αν υποχρεούμουν σήμερα σε μια λέξη, προκειμένου να αποδώσω αυτό το μυστικό σταυροδρόμι, θα επέλεγα, χωρίς αμφιβολία, το «διαφαντασιακό». Είναι εκείνος ακριβώς ο κόσμος, με όλες τις εξονυχιστικές και αιχμηρές του γωνίες, εκεί όπου ριζώνουν οι αμοιβαία προκαλούμενες διαισθήσεις, όταν τυχόν διαβάσεις ένα λογοτεχνικό κείμενο και νιώσεις συντονισμένος με την ιδιόρρυθμη συχνότητα που εκπέμπει σαν μια ακτινοβολία. Ο κόσμος αυτός, ο οποίος ολοένα ενορχηστρώνεται μέσα σου, σφραγίζει τα δαχτυλικά αποτυπώματα του εναγκαλισμού των φαντασιακών μας σωμάτων –όλων ημών, που μάθαμε, δυστυχώς ή ευτυχώς, να ερωτευόμαστε με λέξεις.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφίες: Τina Μodotti.]