Helvig*

Στο τέλος της ζωής της
έπλεκε κασκόλ μόνο με πλέξη ανάποδη
—μαλακές λωρίδες θαλπωρής
με αλληλοσυμπλεκόμενους παλμούς

Στο τέλος της ζωής της
η ακτή του χειμώνα λιγόστευε
H ζωγράφος χρησιμοποιούσε συνέχεια ώχρες και τριμμένα διαμάντια
Η άμμος παράσερνε τις εικόνες της και το κύμα έφτιαχνε πολύτιμες γέφυρες
με τα πρόσωπα των πορτραίτων που άστραφταν
— ύστερα όλα κατακερματίζονταν σε λαμπερές ψιχάλες που εξαφανίζονταν
όπως το ουράνιο τόξο

Τότε αυτή έκλαιγε
— ξανάπιανε το μισοτελειωμένο της πλεκτό κι άρχιζε να ερωτεύεται
την ομοιομορφία των κυματισμών του.

*Helvig Amsinck Kinch (1872-1956), ζωγράφος, σύζυγος του Δανού αρχαιολόγου Karl Frederic Kinch (1853-1921), ανασκαφέα της Λίνδου και της Βρουλιάς στη νότια Ρόδο.


Συρία, 1436 Anno Hegirae

Της ωραίας αυγής η επίστεψη
διαλύθηκε όταν ο ύπνος έγειρε στην πόλη
— ύπνος με άριες όπερας που απορροφούν τα χρώματα ένα – ένα
(το πορτοκαλί, το βαθύ ιώδες το αίθριο κυανούν
ακόμη και το μαύρο σε ιριδίζουσα παραλλαγή ψευδαισθήσεων)

Η πόλη δεν υπάρχει πια

Αφήνουμε λοιπόν τα υπέροχα σπίτια των νεκρών
Ο ήλιος στους ψυχρούς τοίχους γλιστράει
απαλά
και δραπετεύουν οι ηλιαχτίδες μελωδοί
Η αοιδός αναγκάζεται να σκύψει βαθιά βαθιά κάτω απ’ τη λεπίδα
για να σύρει την ύστατη άρια των πορτοκαλεώνων
Δεν είναι η μόνη που μοιράζεται τη φρίκη
των άφωνων – δίκαιη μοιρασιά
Άλλοι να παίρνουν το προζύμι κι άλλοι αλεύρι
Άλλοι κουβέρτες, άλλοι χαλιά, άλλοι στίχους
Κι άλλοι με δύσοσμα όνειρα γεμάτα μαξιλάρια
να κουβαλάνε πληγωμένοι κι άγλωσσοι
το μεγαλύτερο μερίδιο της οργής

…γύρω από μισολιωμένους τενεκέδες
σαν αυτοσχέδια μαγκάλια
όπου μικρή φωτιά πυρώνει
κάθονται σκεφτικοί οι παγιδευμένοι
Έχουν σκοτώσει κι ονειρεύονται ότι τέλειωσε η μέρα
Ζεσταίνουν τα χέρια τους και βεβαιώνονται ότι το όπλο είναι δίπλα
έτοιμο, απασφαλισμένο ξαγρυπνάει
σαν κατοικίδιο αγαπημένο που ετοιμάζεται
να κυνηγήσει νυχτοπεταλούδες

Φυσάει —
Ριπές όπλων ακούγονται από μακριά.


[Προδημοσίευση από την ποιητική συλλογή της Εριφύλης Κανίνια, που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Κίχλη.]