Βαδίζω σε ένα μονοπάτι του Εθνικού Κήπου, εμπρός μου είναι σειρές από γυμνά δέντρα σαν μια τριχωτή αψίδα. Σκοντάφτω και πέφτω. Συννεφιασμένο απόγευμα, 5 μμ., όψιμο φθινόπωρο. Ακούω τα βήματα της μητέρας μου.

Κάθε λεπτομέρεια εξαφανίζεται αφήνοντας πίσω έναν άδειο χώρο, γκρι όπως ο πρότερος ουρανός. Η ώρα έχει τεντωθεί ολόγυρα σαν ελαστικό ύφασμα. Ο δροσερός αέρας διαστέλλεται σε ευφορική στερεοφωνία, σαν το πέρασμα ενός τραίνου που μας ξυπνά ή σαν τον ήχο των δειλινών στα λούνα παρκ – επιμήκεις κλωστές μακρινών φωνών που τυλίγονται στα αδράχτια των γεννητριών από τα βαγόνια με το μαλλί της γριάς.

Έπεσα κάτω. Σηκώνω το κεφάλι και βλέπω τις σειρές από γυμνά δέντρα. Συννεφιασμένο απόγευμα, 5 μμ., όψιμο φθινόπωρο. Ακούω τα βήματα της μητέρας μου.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]