Έσκισε βίαια την φθινοπωρινή ησυχία η αντρική φωνή. “Θα τον σκοτώσω, δε μπορώ πια”. Τα γεροντάκια, ξύπνια από ώρα, έστησαν αυτί να βεβαιωθούν, άκουσαν καλά; Οι μεσήλικες-δήθεν από ενδιαφέρον- βρήκαν την ευκαιρία να σηκωθούν για το πρωινό χάπι τους, να κατουρήσουν και να γυρίσουν στο κρεβάτι για έναν υπνάκο ακόμα. Οι νέοι γύρισαν απ΄το άλλο πλευρό. Οι βαρήκοοι δεν άκουσαν τίποτα μιας και συνηθίζουν να πέφτουν πλακώνοντας το καλό αυτί, για να έχουν την ησυχία τους.

Ξημέρωνε όταν η οργισμένη φωνή τάραξε τη γειτονιά. Τη γειτονιά  που περίμενε υπομονετικά όλο το καλοκαίρι για την συνέχεια του δράματος που παιζόταν δίπλα τους, από πάνω ή από κάτω τους. Αναλόγως της θέσης του διαμερίσματός τους. Καθώς δεν παίζει η τηλεόραση  σίριαλ κατακαλόκαιρα , περιορίστηκαν όλοι στο ζωντανό- καθημερινό σχεδόν- ακρόαμα, που ερχόταν  από το δυάρι του τρίτου ορόφου. Παράθυρα και μπαλκονόπορτες σε κοινή θέα, κοινή ακοή. Έτσι οι τσακωμοί του ζευγαριού φάνηκαν να έχουν κορυφωθεί τελευταία. Η πολυκατοικία βοούσε στο κουτσομπολιό, πίσω τους φυσικά. Ποτέ μπροστά τους. Μπροστά τους χαμογελούσαν με συμπάθεια. Πίσω τους μια γλώσσα ροδάνι.…που δε μας αφήνουν να κοιμηθούμε κακό χρόνο να ΄χουν, πρώτα με τα αγκομαχητά τους που ΄βγαζαν τα μάτια τους, δε πέρασε χρόνος κι αρχίσανε φασαρίες, που τη ζηλεύει ο κρεμανταλάς, μπορεί και να τη δέρνει τη κοπέλα, όλο σκασμός κάθε πρωί  της φωνάζει-δε θέλω να ακούσω τίποτα, και τι να του πει πρωινιάτικα, που δε μ΄αγαπάς , δε με υπολογίζεις της  ξαναφωνάζει, εγώ είμαι ψόφιος απ΄την κούραση κι εσύ εκείνον σκέφτεσαι, κι εκείνη πέρα-δώθε  τρέχει, δε του λέει τίποτα…

Φθινόπωρο με νοτιά στην πόλη κι οι μπαλκονόπορτες ακόμη τέντα- με κουρτίνες μόνο ή σίτες για τα κουνούπια- οι μετεωρολόγοι μιλάνε για ζέστη ως τα Χριστούγεννα και μετά για σκληρό χειμώνα- κι από πού να δροσίσει; Κλεισμένοι, αποκλεισμένοι μέσα σε υψωμένους τοίχους, σε όρθιες απότομες πλαγιές, κάθετες, εξαώροφες. Χαράδρες απόκρημνες να φέρνουν ίλιγγο, να ζητάνε ελεύθερες πτώσεις. Φαράγγια γύρω στενά , άνυδρα, αφιλόξενα, οι ακάλυπτοι. Εκεί ανάμεσα, κατά τις  έξι το πρωί, ακούγεται το λάλημα του πετεινού. Μακρινό και κοντινό συνάμα. Ανήκουστο να σκεφτεί κανείς  πως υπάρχει ένας κόκορας στη γειτονιά. Ξυπνητήρι θα΄ναι, βέβαια.  Κι αμέσως η αντρική φωνή που σκίζει βίαια τη φθινοπωρινή ησυχία. Μια θριαμβευτική κραυγή .” Σ΄έσφαξα, κάθαρμα, επιτέλους!”


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]