Αρυτίδωτη η θάλασσα στον Πλαταμώνα, την Κυριακή που μας πέρασε. Λιακάδα με κρύο αεράκι που κατέβαινε από τις χιονισμένες κορυφές του Ολύμπου. Κόσμος καθισμένος στις καφετέριες, παιδάκια με μπαλόνια και σκυλάκια. Πολύχρωμοι ποδηλάτες σε απαστράπτοντα ποδήλατα. Κάθισα στην άκρη του μόλου, δίπλα στα καλάμια ενός ερασιτέχνη ψαρά: είχε πιάσει ήδη μια τσιπούρα και την έδειχνε περήφανος στη γυναίκα μου. Εγώ κοίταζα μια την είσοδο του λιμανιού, μια το λευκό της χιόνος στον Όλυμπο, αλλά κυρίως το γαλανό της θάλασσας, το κυανό του ουρανού, κι άφηνα το τηλέφωνο να κτυπάει. Με κατέτρυχε ο ήχος του τηλεφώνου σε όλη την επαγγελματική μου σταδιοδρομία και τα τελευταία χρόνια από τους ψευτολογοτέχνες. Τον έβρισκα βάρβαρο και βίαιο. Μια απειλή για τον προσωπικό μου χρόνο, που εισχωρούσε να βιάσει μία προς μία τις προσωπικές μου σκέψεις, και τώρα αναμένω τη στιγμή που θα πάψει να κτυπά οριστικά. Σαν άσκηση προσαρμογής στην απόλυτη αργία, βλέπω τις κλήσεις και δεν τις απαντώ. Με τη σκέψη πως θα με ξαναπάρουν αργότερα ή θα τους πάρω εγώ, όποτε θελήσω.

Αρκετά πια με τις γκρίνιες των ομοτέχνων, τα πικρόχολα σχόλια για τον τάδε από τον δείνα, τις στρατηγικές αποκλεισμού που καθορίζουν την πορεία που πρέπει να πάρουν τα γράμματα στον τόπο μας. Τις στημένες ανθολογίες και τις τηλεκατευθυνόμενες βραβεύσεις. Τις συμμαχίες και τις λυκοφιλίες. Τους φίλους που αλλάζουν τακτικά στρατόπεδο και αθετούν υποσχέσεις, εξυπηρετήσεις και υποκριτικές παρουσιάσεις σε διάφορους τόπους και μέρη. Που εξαντλούν το μεγαλύτερο χρόνο της μέρας σε τηλεφωνικές συνωμοσίες.

«Προσωπικά πιστεύω ότι στο έργο ενός ποιητή δεν προσθέτει τίποτε η συμμετοχή του σε ποιητικά συμπόσια ή σε πνευματικές παρέες, στην πνευματική αγορά, όπως λέτε. Κάποτε ο Ντύλαν Τόμας, ένας ποιητής που σέβομαι βαθύτατα και συχνά τον αναφέρω, σε ένα ποιητικό συμπόσιο διέκοψε τους ομιλητές και τρέχοντας στο παράθυρο φώναξε στους παρευρισκομένους: ‘Πάψτε, πάψτε, ακούστε τα πουλιά πόσο καλύτερα τα λένε από εμάς΄», έλεγε ο Μίλτος Σαχτούρης, όπως διάβασα πρόσφατα στο ιστολόγιο του Κώστα Ρεούση. Ναι, απολογούμαι, δεν απάντησα στις κλίσεις της Κυριακής. Απόλαυσα τη λιακάδα και το κυανό της πατρίδας μου. Ο ερασιτέχνης ψαράς, ώσπου να φύγουμε είχε εμπλουτίσει το καλάθι του και με μια σουπιά.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]