Όταν ήταν πολύ μικρούλης, τεσσάρων, πέντε χρονών, η μάνα του τον έπαιρνε μαζί που πήγαινε να μαζέψει μήλα, ροδάκινα λευκόσαρκα και βατόμουρα. Θυμάται τη χαρά της και πώς τά ’βαζε στο καλάθι σαν νά ’ταν χρυσάφι, σαν η γη να κάρπιζε γι’ αυτούς κι αυτοί νά ’χαν υποχρέωση να δεχτούν όλα τα καλούδια.

Δυο αγάπες είχε η μάνα του. Τα φρούτα και τις ιστορίες. Ξεκίνησε από βιβλιαράκια της εκκλησίας για τους βίους των αγίων και τελικά διάβαζε ό,τι έπεφτε στα χέρια της.

Μια μέρα γύρισε απ’ την πόλη και τού ’φερε ένα βιβλίο με ζωηρές εικόνες, για λίγο μεγαλύτερα παιδιά, για τη ζωή ενός αγοριού που έκρυψε μια μικρή τίγρη στο δωμάτιό του, όταν αυτή τό ’σκασε απ’ το τσίρκο. Την πήγε στο δάσος να βρει τη μαμά της, γιατί ως τότε η τιγρούλα γνώριζε μόνο τα κλουβιά του τσίρκου και φοβόταν. Η μαμά τίγρης ευχαρίστησε το αγόρι και ως ανταμοιβή τού χάρισε λίγη τιγρίσια δύναμη και σβελτάδα. Αυτός ήταν ο Supertiger, o oποίος άρεσε και πολύ στα κορίτσια!

Του το διάβαζε στις βόλτες τους, καθισμένοι στο πεζουλάκι ενός πηγαδιού.

Είχαν ένα παιχνίδι. Παίζανε τους κοιμισμένους κι ο ένας πείραζε τον άλλο, αν ο κοιμισμένος δεν κρατιόταν και γελούσε, έχανε. Αυτή τη φορά η μάνα του έχασε χωρίς να γελάσει, απλώς ένα πρωί δεν ξύπνησε… Ο πατέρας στη Γερμανία, ούτε τηλέφωνα ούτε λεφτά.

Τα φρούτα σάπιζαν στο καλάθι… Η γιαγιά ήταν πολύ μεγάλη για να τα φάει.

Πέρασε καιρός. Η γιαγιά του τον μάλωνε να διαβάζει τα μαθήματά του κι όχι «αυτές τις ψευτιές». Το αγόρι διάβαζε κρυφά για λίγο, τα μεσημέρια γυρνώντας απ’ το σχολείο στο πεζουλάκι. Ένα μεσημέρι του φάνηκε ότι άκουσε τη φωνή της κι ασυναίσθητα πήγε να κρύψει το βιβλίο πίσω του. Η ράχη του όμως χτύπησε στην άκρη κι έπεσε μέσα. Το αγόρι προσπαθώντας να το συγκρατήσει έχασε την ισορροπία του και παρασύρθηκε κι αυτό. Το πηγάδι είχε ένα παχύ χαλί από ξερόκλαδα και φύλλα του φθινόπωρου. Δεν χτύπησε καθόλου, μόνο η ράχη του βιβλίου ξεκόλλησε.

Στην επιφάνεια του πηγαδιού, στον ουρανό, πέρασε ένα σύννεφο σαν μεγάλη βάρκα.

Θυμήθηκε τα λόγια της μάνας του.

«Άμα πέσω;».

«Θα σηκωθείς».

«Άμα δεν μπορώ;».

«Θα μπορέσεις».

«Άμα έρθει ο σκύλος;».

«Θα φύγει».

«Άμα έρθουν δύο σκύλοι;».

«Ε, άμα κι άμα», του είχε απαντήσει η μάνα του θυμωμένη. «Μη φοβάσαι. Δεν παθαίνεις τίποτα. Κι άμα πάθεις, θα βρεθεί τρόπος. Φάε τώρα το φαγητό σου».

Ο κυρ-Βαγγέλης τίναξε κάτι ξερά φύλλα απ’ το καρώ πουκάμισό του και τράβηξε για τις ελιές. Μια ευχάριστη δροσιά του χάιδευε το πρόσωπο. Περνώντας έξω απ’ το πηγάδι είδε ένα σακίδιο παρατημένο. Πλησίασε, κοίταξε τριγύρω, αφουγκράστηκε, κοίταξε κάτω. Τα μάτια του έκαναν αστράκια απ’ την εναλλαγή του ήλιου με το σκοτάδι του πηγαδιού.

«Εεεε»! έκανε ενώ αισθανόταν λίγο σαν χαζός.

«Εδώ είμαααιιι!», απάντησε μια μακρινή παιδική φωνούλα.

Αμέσως ο κυρ-Βαγγέλης έτρεξε στην αποθήκη, έφερε σχοινιά, πασσάλους και ζώνες και τράβηξε το αγόρι επάνω.

«Τι έγινε ωρέ λεβεντόπαιδο», του είπε, «τι δουλειές καμώνεσαι στο πηγάδι;».

«Κάθε αγόρι έχει τα μυστικά του», απάντησε εκείνο, παραφράζοντας τη φράση του κόμικ, που έλεγε ένα κορίτσι στον Supertiger.

Ο κυρ-Βαγγέλης δεν μίλησε. Συλλογιζόταν τι θα απογίνει εκείνο, σε λίγο που η γιαγιά του θα τους άφηνε χρόνους και δεν θα ζούσε με τη σύνταξή της.

«Άκου», του είπε στο τέλος. «Φαίνεσαι δυνατός και καταφερτζής, άσχετα που είχες μια ατυχία. Και άφοβος, ποιος θα καθόταν εκεί κάτου τόση ώρα, εγώ θά ’χα κατουρηθεί απ’ το φόβο μου, μα την Παναγιά την Βαγγελίστρα, που ’χω το όνομά της… Δεν έρχεσαι να μας βοηθάς στην αποθήκη που έχουμε ανοίξει κάτι δουλειές; Θα σου δίνω καλό μεροκάματο κι η κυρά Φρόσω μαγειρεύει μερακλίδικα».

«Αύριο το πρωί κυρ Βαγγέλη;».

«Όχι ωρέ λεβεντόπαιδο, μετά το σχολειό. Μη και δεν πας σχολειό. Εγώ θέλω γραμματιζούμενους δουλευτάδες, μη με γελάνε οι μηχανικοί. Άντε τράβα τώρα».

«Πάω να το πω στη γιαγιά μου», είπε τότε το αγόρι κι έφυγε τρέχοντας. Έβγαλε φτερά στα πόδια απ’ την περηφάνια. Τώρα όλοι ήξεραν ότι ήταν δυνατός κι ατρόμητος σαν τον Supertiger…

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Ζωγραφική: Ανδρέας Νικολάου