Μαρία Πατακιά, Βηματιστές του χρόνου, εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2016.

«Εγκαταστάθηκα/ στις παρυφές του νόστου/ κατ’ εξακολούθησιν μετανάστης/ στοχεύοντας/ στο κέρδος της αγάπης/ ακονίζοντας/ τον αέναο πόθο για ταξίδι.» Διαλέγω να ξεκινήσω τις σκέψεις μου για τους Βηματιστές του χρόνου, με αυτό το ολιγόστιχο ποίημα της συλλογής, το οποίο τιτλοφορείται «Στις παρυφές του νόστου», για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι γιατί, κατά τη γνώμη μου, η ποίηση γράφεται ακριβώς εκεί, στους πρόποδες της νοσταλγίας, όταν το μέταλλο της φωνής έχει σβήσει και το μόνο που διακρίνεται είναι ο απόηχός της. Και δεύτερον, γιατί σε όλη σχεδόν τη συλλογή της Μαρίας Πατακιά, η νοσταλγία και η μνήμη έχουν πρωτεύοντα ρόλο. Άλλοτε εμφανίζονται απροκάλυπτα και άμεσα και άλλοτε μέσα από καλύμματα σιωπής και μοναξιάς.

Σε αυτήν την πρώτη συλλογή της ποιήτριας, η οποία αποτελείται από 46 ποιήματα μικρής και μεσαίας κυρίως έκτασης, κάποια απ’ αυτά εμπνευσμένα από τα έργα και τα λόγια άλλων δημιουργών, λείπουν τα περισσεύματα επιθέτων και προσδιορισμών, δίνοντας την ευκαιρία στην αφήγηση να ξεδιπλωθεί μέσα από τη δράση που προκαλούν τα ρήματα και τα ουσιαστικά, τα οποία διαλεγμένα με προσοχή και τοποθετημένα στην κατάλληλη θέση δίνουν μια πλούσια εικονοπλασία και διατηρούν σταθερό τέμπο στον ρυθμό και την μουσικότητα των ποιημάτων.

Η ποιήτρια επέλεξε να μας εισάγει στο έργο της μέσα από τις φράσεις των παιδιών της, που από πολύ μικρά ήρθαν αντιμέτωπα και αυτά, όπως και κάθε άλλος θνητός, με την αφηρημένη και απροσδιόριστη έννοια του χρόνου. «Εγώ δεν κλαίω με τον Χρόνο», είχε δηλώσει η Δανάη. «Πού ήταν ο Χρόνος πριν γεννηθώ;» είχε διερωτηθεί η Ίριδα. Και χρόνια αργότερα η μητέρα τους θα αποκριθεί μέσα από τους στίχους της: «Σου γνέφει ο χρόνος/ με το δάχτυλο στο στόμα/ μη σε ταράξει που περνά». Δεν υπάρχει περιθώριο παρερμηνείας. Ο χρόνος είναι πανταχού παρόν στη συλλογή αυτή και το ποιητικό υποκείμενο στέκει με πλήρη επίγνωση και θάρρος απέναντι του. Γράφει: «Ο Χρόνος, με το δάχτυλο στη σκανδάλη,/ παίζει, αντικριστά με την απουσία,/ ρώσικη ρουλέτα με λέξεις/– και εναλλάξ με σιωπές (….) Τράβα σκανδάλη, Χρόνε! Μέχρι να πέσει – αιμόφυρτη– η αλήθεια/ στον πάτο των εντυπώσεων/ εκπνέουσα την τελευταία/ -ασθενική- ανάσα ελευθερίας.»

Η ποιήτρια δεν φοβάται τον χρόνο, δεν κλείνει τα μάτια, δεν κάνει σα να μην υπάρχει αυτή η μονάδα μέτρησης. Ίσα ίσα, με παράδειγμα τους βηματιστές από τον στρατό του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι οποίοι μετρούσαν την απόσταση με βάση τα βήματα των στρατιωτών, δίνει υπόσταση στον χρόνο επιφορτίζοντας τους δικούς της «βηματιστές» να μετρούν την απόσταση που διαγράφει ο χρόνος στην πορεία της ζωής. Στα ποιήματα της Μαρίας Πατακιά είναι εμφανής η επίγνωση του χρόνου που υπάρχει επειδή υπάρχουμε εμείς και χάνει την υπόστασή του όταν τα βήματά μας σταματήσουν. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, το ότι το πρώτο ποίημα της συλλογής τιτλοφορείται «Θνητότητα».«Στάζει απ’ το βλέμμα/ η θνητότητα/ φτιάχνει ποτάμι / που παρασύρει/ στην ορμή του/ τις στιγμές/ αυτές που ’χαν νομίσει πως εγκλώβισαν/ μέσα στο εύθραυστο/ περίβλημά τους/ έναν μικρούλη κόκκο/ αιωνιότητας». Και μέσα σε αυτήν την αυταπάτη της διάρκειας στο διηνεκές, χαρακτηριστικό του συνόλου των θνητών, χωράει ο έρωτας, η επιθυμία, η ματαίωση, ο πόνος που επιφέρουν οι προδομένες ελπίδες, τα ατελέσφορα όνειρα τις νεότητας και τελικά, όπως αναφέρεται στο ποίημα «Ο φλοιός της μνήμης» αυτό που σίγουρα δεν λείπει είναι «οι εκπτώσεις των αισθημάτων(…)/ Μια μικρή έρευνα/ στην ιστοσελίδα της λήθης/ θα σας πείσει».

Η λήθη και η μνήμη, λοιπόν, βασικά συστατικά και αυτά της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής. Κυρίως η μνήμη, η οποία δεν είναι μόνη της. Συνοδεύεται από την σιωπή. Λέει η ποιήτρια : «Μην πατάς ξυπόλητη πάνω/ στα θραύσματα της σιωπής./ Κόβουν το δέρμα της μνήμης». Της μνήμης που αρχικά το ποιητικό υποκείμενο τη φυλάσσει σε κομψό βελούδινο κουτί για να την προστατέψει όσο μπορεί από τον χώρο που της ανήκει, από τον χώρο που ορίζεται από το κενό. Σαν να πρέπει για κάποιο λόγο να θυμάται εσαεί, να κρατάει τον πόνο ως συστατικό συντήρησης της μοναξιάς. Σαν να έχει γίνει αποδεκτό πως μόνο μέσα από τον σπαραγμό και τον πόνο έρχεται η κάθαρση, η απαραίτητη αποβολή των άχρηστων και νοθευμένων υλικών, ώστε να πέσουν οι μάσκες των λέξεων και των προσώπων και καθαροί πια να γίνουμε άξιοι να δεχτούμε τα «καινούρια δόρατα της τύχης». Σαν η πτώση να είναι η απαραίτητη συνθήκη που κάνει τους ανθρώπους να γίνουν κύριοι του εαυτού τους και να αναλάβουν την ευθύνη τους. Να αποδεχθούν ουσιαστικά την αδυναμία τους και ταπεινά να συνεχίσουν. Γράφει η ποιήτρια : «Πεσμένα στήθη, πεσμένα μάγουλα/ πέφτουν τα μούτρα μας/ με το πέρασμα του χρόνου/ από ντροπή.»

Επιλέγω να κλείσω αυτή την περιήγηση στους Βηματιστές του χρόνου, με το ποίημα «Ευάλωτο», το οποίο εμπλέκει την γυναικεία φύση και όλες τις ανησυχίες που μια γυναίκα φέρει, από μια ηλικία και μετά, σχετικά με την πάροδο του χρόνου. Διαβάζοντάς το σκέφτηκα, κόντρα στις πεποιθήσεις μου περί χαρακτηρισμού της ποίησης, ότι κάποιες φορές ίσως και να μπορούμε να δίνουμε προσεκτικά και απαλά, ένα πρόσημο στους στίχους, ειδικά όταν είναι γραμμένοι με αλήθεια και χωρίς την πρόθεση συναισθηματικών εκβιασμών. Εννοώ πως διαβάζοντας το συγκεκριμένο ποίημα ένοιωσα τη διεισδυτική ματιά της γυναίκας, η οποία γνωρίζει πολύ καλά και μπορεί να μιλήσει με τρυφερότητα αλλά και διαύγεια για το πέρασμα του χρόνου και τα ίχνη του που μένουν στο δέρμα. Σημάδια που κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά, χαράσσονται στην πρώτη νιότη και αργότερα γίνονται οι σταθερές χαρακιές που βαθαίνουν μαζί με εμάς και οφείλουμε να τις φροντίζουμε όπως φροντίζουμε το μικρό παιδί μας, τον χρόνο μας, που τόσο έχουμε την έννοια του, ώστε στο τέλος το παίρνουμε μαζί κατά την αναχώρηση μας.

Και λέει το ποίημα: «Πύκνωσε η υφή του ευάλωτου/ κάτω απ’ τα βλέφαρά σου. Άστραψε η ανταύγεια/ ενός χαμόγελου/ στην άκρη των χειλιών σου./ Σκάλωσε ο πόνος/ κόμπο κόμπο στα μαλλιά σου./ Κύλησε ρευστός ο χρόνος σου/ μέσα απ’ τα δάχτυλά σου».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]