Την πρώτη φορά που πέθανα, πήγα στην κηδεία μ’ ένα τσιγγάνικο φόρεμα σε παστέλ χρώματα και τα μαλλιά μου πιασμένα κότσο. Ήταν καλοκαίρι κι ήμουν επτά χρονών.

Νωρίτερα το ίδιο πρωί, είχα ξυπνήσει απ’ το κουδούνι της πόρτας. Έστησα αυτί και γούρλωσα τα μάτια, όταν άκουσα μια άγνωστη φωνή να λέει: «Κυρά Ρίτα, η Μαρίνα πέθανε τη νύχτα». Και μόνο ν’ ακούς πως πέθανες είναι αρκετό για να τα κάνεις πάνω σου. Τσιμπήθηκα-πόνεσα: δεν είχα πεθάνει. Έτρεξα στη μεγάλη κουζίνα που μύριζε γιαγιά και τούρκικο καφέ – φούσκωνε το μπρίκι στο γκάζι.

– Το κουδούνι σε πέταξε απ’ το κρεβάτι τόσο νωρίς; Ρώτησαν τα κλαμένα μάτια της γιαγιάς Ρίτας.
– Ποια Μαρίνα πέθανε;
– Μια. Δεν την ξέρεις. Κρύφτηκαν τα μάτια στο ντουλάπι με τα σερβίτσια.

Γέμισε το φλιτζάνι της, έβαλε σ’ ένα δεύτερο μισό νερό μισό καφέ. «Κακομοίρα μου, μην σου ξεφύγει στη μάνα σου πως πίνεις καφέ κι όχι γάλα όταν λείπει, θα με φάει ζωντανή». Άναψε το τσιγάρο της, εκείνο το «Μπλε 22», κι έμεινε να κοιτάζει απ’ το παράθυρο χωρίς να βλέπει.

– Ήταν φίλη σου η Μαρίνα;
– Ναι.
– Και;
– Και τίποτα. Μετά δεν την έβλεπα πολύ, την έφαγαν οι κάργιες οι αδερφές της. Πάει τώρα. Εγώ στις τέσσερις θα πάω στην κηδεία, μείνε εσύ με τον παππού.
– Όχι. Θα ‘ρθω μαζί.
– Έλα.

Η πόρτα της Αγίας Παρασκευής έκλεισε πίσω μας· αναγούλιασα απ’ το λιβάνι. Βρεθήκαμε μπροστά. Νάτη η Μαρίνα η πεθαμένη: Κίτρινη κι αδιάφορη ξάπλωνε μες στην ξύλινη κάσα της. Φορούσε ένα σκούρο μπλε φόρεμα με μικρά κουμπιά που έφταναν μέχρι ψηλά στον γιακά που ήταν στρογγυλός και άσπρος, πιο μικρός από αυτόν που φορούσαμε στο σχολείο. Τα χέρια της σταυρωμένα – μακριά χέρια σαν της μαμάς αλλά χωρίς κόκκινο μανό και με βέρα που της ήταν μεγάλη. Τα μαλλιά της άσπρα σαν της γιαγιάς και φτιαγμένα όπως τα δικά μου. Σε ψηλό κότσο μπαλαρίνας, μαζεμένα σφιχτά και το μέτωπό της στόλιζε ένα στεφάνι γάμου.

– Γιατί φοράει στεφάνι, γιαγιά;
– Επειδή ήταν ανύπαντρη.
– Και ποιον παντρεύεται;
– Τον Χάρο.

Τράβηξε το ιδρωμένο της χέρι απ’ το δικό μου να βγάλει το μαντήλι από την τσέπη. Η γιαγιά ρούφαγε τη μύτη της, οι κάργιες έκλαιγαν χωρίς να κλαίνε και η Μαρίνα πίσω από τα κεριά φάνηκε να κουνάει λίγο τα βλέφαρά της και να χαμογελάει. Ίσως της αρέσει που είναι μόνη μες στη μέση της εκκλησίας και κλαίνε γι’ αυτήν όλοι, εκτός από τις αδερφές της.

Όπως πριν απ’ την κηδεία, που ήμασταν έξω με τη γιαγιά κι όλοι έλεγαν τι όμορφη που είμαι και πόσο μεγάλωσα· με κοιτούσαν και με καμάρωναν.

Ο παπάς τελείωσε και περάσαμε μπροστά από τη Μαρίνα που δε γελούσε πια. Μάλλον είχε βαρεθεί να ασχολούνται όλοι μαζί της. Κι εγώ στη θέση της θα βιαζόμουν να φύγω με τον άντρα μου, αντί να κάθομαι ακίνητη στη ζέστη με τα λιβάνια και με τις κάργιες – μια απ’ αυτές μου τσίμπησε με δύναμη το μάγουλο. Πόνεσα αλλά δεν έδωσα σημασία, τα χάδια πάντα πονούσαν και γω βιαζόμουν να φάω παγωτό.

Το ίδιο βράδυ ήρθε στον ύπνο μου η Μαρίνα. Το στεφάνι της ήταν κόκκινο, χαμογέλασε και είπε κάτι που δε θυμόμουν το πρωί. Γίναμε φίλες. Ερχόταν τις νύχτες που έλειπε ο άντρας της, κι αν είχα κοιμηθεί κλαμένη, καθόταν δίπλα μου, έσκαβε τσέπες στο σκούρο νυφικό της κι εγώ έριχνα μέσα όλα τα χάδια της αγάπης που έτσουζαν σαν ξυλιά.

Κάποιες φορές της έλυνα τα μαλλιά, φορούσα το στεφάνι της και ξάπλωνε δίπλα μου. Η Μαρίνα η πεθαμένη, η Μαρίνα η ζωντανή. Οι Μαρίνες.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]