Κοιτάζεις πάντοτε προς μια κατεύθυνση. Οι σουβλιές στα πέλματα, σε τσακίζουν. Ορθοστασία. Ακονίζεις σ’ ένα πετσί με μαεστρία ένα κουζινομάχαιρο, που σίγουρα θα χρειαστεί η γυναίκα σου. Στέλνεις λεφτά στα παιδιά. Τελευταία, υποφέρεις απ’ τη μέση σου. Κλείνεις ραντεβού, στο ορθοπεδικό του νοσοκομείου. Ευκαιρία να εξετάσεις και τα μάτια σου.
Η φωτογραφία του πατέρα σου, ξεθωριάζει πάνω στο κομοδίνο. Σκέφτεσαι ν’ αλλάξεις μια κορνίζα τουλάχιστον, μιας και τον τρώει η γη.
Απ’ τα χαράματα, βάλθηκες να ξεχορταριάζεις την αυλή. Βάφεις τις γλάστρες και κοιτάζεις τα κάγκελα που σάπισαν απ’ τις βροχές. Θα’ ρθουν αδέρφια, ξαδέρφια, ανίψια, ίσως και τα παιδιά. Απρίλης, τ’ Αη Γιωργιού, έξω θα φάτε.

Κοιτάζεις πάντοτε στην ίδια κατεύθυνση. Να πας στο νοσοκομείο, πάραυτα. Όχι για τα πόδια, ούτε για τη μέση και τα μάτια σου. Πρέπει να σε δει γιατρός. Ο αυχένας σου που έπαθε αγκύλωση, στραμμένος σ’ ένα σημείο, σε ικετεύει.

Στη γειτονιά σου, έφτασαν προχθές, σαλτιμπάγκοι, γελωτοποιοί και θηριοδαμαστές. Δεν τους είδες. Ήρθαν ματιές απ’ τις γωνιές των σπιτιών και σύννεφα μέσα απ’ τα κλαδιά της δαμασκηνιάς. Σε προσπέρασαν κι έφυγαν. Στον πρώτο ύπνο σου, έρχονται ποιητές, με λόγια που δε θες ν’ ακούσεις. Φτάνουν άγγελοι με ψαλμούς και τους διώχνεις.
Τα κάγκελα σάπισαν. Πρέπει να βάλεις άλλα. Προσοχή! Η περίφραξη χρειάζεται τεράστια προσοχή. Μυστήριο, πώς αντέχεις το βάρος τέτοιου κρίματος. Ούτε κι εσύ ξέρεις, αν από συνήθεια ή βδελυγμία, δεν είδες ποτέ τον ουρανό. Διάλεξε εσύ, μια δύση ή μια χαραυγή κι άνοιξε την αυλόπορτα. Σαν την περάσεις, θα’ ρθουν όλοι. Τα ξαδέρφια κι οι ποιητές. Τα παιδιά κι οι άγγελοι. Τα ανίψια κι οι γελωτοποιοί.

Μη φοβηθείς. Κρατήσου γερά, απ’ τα σάπια κάγκελα. Θα φτάσει μόνη της στο στέρνο η προσευχή:

«Άγιε μου Γιώργη, βόηθα με το δράκο να σκοτώσω
κι ένα κλαδί μελιάς στον ώμο να καρφώσω.
Στους μαχαλάδες να γυρνώ, νερό να πίνω, να κερνώ
τρεις μέρες σαν θα περπατώ, με τρόπαιο γιορτινό.
Άγιε μου Γιώργη, βόηθα με και μη με μαρτυρήσεις
τις μέρες μου που σχόλασα, στεφάνια να μετρήσεις».

Θα ξηλωθούν τα κάγκελα. Θ’αλαφιαστούν οι πέτρες. Στα μάτια σου θ’ ανθίσει ο παιδεμός της ζήσης. Μην πας στο νοσοκομείο, μόνο βγες απ’ την αυλόπορτα. Να επιλέξεις σε ποιον πόνο θα θητεύσεις. Σε ποια μάγια θα χορέψεις. Τι θ’ απογίνεις , ποιος να πει… Ώρα καλή.