Καθώς ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Ανδρέας Θεοφίλου έκοβε από την εφημερίδα το απόκομμα που τώρα βρισκόταν μέσα στην Αγία Γραφή του, είχε κόψει βαθιά το δάχτυλό του κι αίμα έσταξε στο φτηνό χαρτί κι απλώθηκε. Ενώ το χέρι του ήταν τόσο σταθερό όσο η φωνή του όταν άρθρωνε καθαρά κι αργά τις λέξεις, αυτή τη φορά έτρεμε ανεξέλεγκτα ανοιγοκλείνοντας το ψαλίδι, και το αίμα από το κομμένο δάχτυλο είχε βάψει τ’ όνομα και τις γύρω λέξεις στο άρθρο για την επίθεση αργά τη νύχτα σ’ έναν εξηντάχρονο ομοφυλόφιλο, που καθόταν μόνος σ’ ένα παγκάκι στην έρημη πλατεία Βαρνάβα, ίσως περιμένοντας κάποιον. Το αίμα είχε ξεραθεί κι ήταν μια ακανόνιστη καφετιά κηλίδα, τώρα που ο πατήρ Ανδρέας ξανάβγαλε το απόκομμα, το κοίταξε και το έβαλε πάλι ανάμεσα στις σελίδες της Αγίας Γραφής.

Όταν είχε ζητήσει να λείψεις τρεις μέρες, για να επισκεφθεί ένα συγγενή του που ήταν πολύ άρρωστος, ο δεσπότης απόρησε γιατί δεν ήξερε να ’χει ο αρχιμανδρίτης δικούς του ανθρώπους στην Αθήνα – για την οικογένειά του όλο κι όλο έλεγε πως οι γονείς του είχαν πεθάνει και, αόριστα, πως είχε κάποτε έναν αδελφό, δίχως όμως να λέει ποτέ τι απέγινε. Μα του έδωσε την άδεια χωρίς να ζητήσει διευκρινίσεις. Του ’χε απόλυτη εμπιστοσύνη· απ’ όλους τους ιερωμένους της Μητροπόλεως, ο πατήρ Ανδρέας ήταν ο πιο ακέραιος άνθρωπος κι ο πιο πνευματικός, αφιερωμένος απόλυτα στον Θεό και στην προσευχή, με κήρυγμα που παλλόταν από βαθιά πίστη και συνέπαιρνε το ακροατήριό του.

Ήταν η πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, που ταξίδευε με λεωφορείο· όπου έπρεπε να πάει, πήγαινε πάντοτε με αυτοκίνητο της Μητροπόλεως. Έξω από το τζάμι ξετυλιγόταν η νύχτα, με μακρινά και κοντινά φώτα χωριών και σπιτιών, και πάνω της αιωρούνταν θαμπό και κουρασμένο το καθρέφτισμα του πατρός Ανδρέα. Το αριστερό του χέρι με το τσιρότο στον δείχτη, και το δεξί του, ακουμπούσαν πάνω στην κλειστή Αγία Γραφή στα πόδια του, κι απροσκάλεστες σκέψεις και εικόνες ενός αλλοτινού μεγαλύτερού του αγοριού ανακατώνονταν με τις σιωπηλές του προσευχές.

Το λεωφορείο ήταν σχεδόν άδειο, είχε άλλους οχτώ επιβάτες. Τρεις θέσεις παραμπρός, ένας γέρος είχε γείρει το λευκό αναμαλλιασμένο του κεφάλι πάνω στο κρύο τζάμι και κοιμόταν. Μια μαυροντυμένη γιαγιά, στην άλλη μεριά του διαδρόμου, καθόταν στητή σαν άγαλμα, με τα δάχτυλά της πλεγμένα στα πόδια της και με τα μάτια της προσηλωμένα μπροστά, σάμπως με το επίμονο βλέμμα της να τρυπούσε τη νύχτα και με την ασάλευτη υπομονή της να μίκραινε την απόσταση, φέρνοντας κοντύτερα τον προορισμό της.

***

Δεν είχε χαράξει ακόμα, όταν μπήκε στο δωμάτιο στην Εντατική, όπου είχαν μόνο του τον χτυπημένο. Του είχαν επιτρέψει κατ’ εξαίρεση να μπει, χάρη στην πρώτου βαθμού συγγένειά του και στο αξίωμά του. Το πρόσωπο του ανθρώπου ήταν μια τσακισμένη μάσκα, μελανιασμένη και ματωμένη. Δεν έδειχνε εξήντα χρονών αλλά ενενήντα. Όμως είδε τον πατέρα Ανδρέα και, με τα κατακόκκινα μάτια του που αχνόφεγγαν ακόμα, του ’δειξε πως τον αναγνώρισε. Μα δεν άνοιξε το στόμα ούτε για να μεταλάβει ούτε για να πει κάτι. Ίσως να μην μπορούσε ή ίσως να μην ήθελε. Μονάχα κούνησε λίγο τα δάχτυλα του δεξιού χεριού, που ήταν πεσμένο άψυχο στο νοσοκομειακό κρεβάτι, τρυπημένο από τη χοντρή βελόνα του ορού. Όλη η ζωή έμοιαζε να έχει στραγγιχτεί μέσα από το χέρι του κι απ’ όλον• όμως, όταν ο πατήρ Ανδρέας το έπιασε με το δικό του δεξί χέρι, τα δάχτυλα του μεγάλου αδερφού του το έσφιξαν μ’ αναπάντεχη δύναμη κι ύστερα δεν το άφησαν. Ο πατήρ Ανδρέας δεν κατάλαβε αν είχε περάσει λίγη ώρα ή πολλή, όταν τα δάχτυλα που του έσφιγγαν το χέρι χαλάρωσαν, νεκρά πλέον.

***

Δύο μέρες αργότερα ο αρχιμανδρίτης επέστρεψε στα ιερατικά του καθήκοντα, και στο επόμενο κήρυγμά του η φωνή του ήταν καθαρή και βαθιά όπως ανέκαθεν, μόνο μ’ ένα τρεμούλιασμα σαν να δονούνταν από ασυνήθιστο πάθος.

«Παραδειγματισθείτε από τους Χαναναίους που ζούσαν στα Σόδομα και τα Γόμορρα», είπε. «Είχαν παραδοθεί στην αμαρτία, κι ο Θεός κατέστρεψε τις πόλεις τους: “και πόλεις Σοδόμων και Γομμόρας τεφρώσας καταστροφή κατέκρινεν, υπόδειγμα μελλόντων ασεβείν τεθεικώς”. Λέει ο Απόστολος Παύλος στην Α΄ Επιστολή του προς Κορινθίους: “Ή ουκ οίδατε ότι άδικοι βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι; Μη πλανάσθε· ούτε πόρνοι ούτε ειδωλολάτραι ούτε μοιχοί ούτε μαλακοί ούτε αρσενοκοίται ούτε πλεονέκται ούτε κλέπται ούτε μέθυσοι, ου λοίδοροι, ουχ άρπαγες βασιλείαν Θεου ου κληρονομήσουσι».

Εκεί που μιλούσε όμως, ξαφνικά παραπάτησε και παραλίγο να πέσει. Ο εκκλησάρης και οι δύο ψάλτες τον υποβάσταξαν και τον κάθισαν.

«Είστε καλά, Πανοσιολογιώτατε;» τον ρώτησε ο ένας ψάλτης.

«Καλά είμαι. Αισθάνθηκα στιγμιαία ζάλη. Καλά είμαι, άστε με», απάντησε, αλλά συνέχισε να κάθεται κοιτώντας απορημένος τα μεταρσιωμένα πρόσωπα στις αγιογραφίες, λες και τα έβλεπε τότε για πρώτη φορά.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]