Ένας Υδραίος στη Λάρισα
[απρόσμενες ποιητικές συναντήσεις]

στρατηγέ
τι ζητούσες στη Λάρισα
συ
ένας
Υδραίος;
[Ν.Ε.]

Ένας Υδραίος στον θεσσαλικό κάμπο, για φαντάσου. Αναρωτήθηκα. Μέρες του ’44. Στο σπίτι της χηρευάμενης κυρίας Πανδώρας που μόνο περί σώματος μιλούσε. Από τότε χάθηκες. Κάποιοι, ισχυρίζονται, σε είδαν στη Μακρόνησο το ’69 μύγες να μαζεύεις. Δεν το πίστεψα και σ’ έψαχνα στο Νησί. Στα εφτά της Ύδρας ακρογιάλια. Φέτος το Πάσχα. Κούφιες μέρες· ιδέες, λένε, γεμάτες. Στο λιμάνι θαλαμηγοί-ματαιότητες. Μεγάλο Σάββατο σαν έπεφτε ο ήλιος μέσα σε δόξα αφάνταστη πίσω από τα βουνά της Αττικής και του Μορέως έκραζα ψιθυριστά τ’ όνομά σου απ’ την κορφή του Έρε, μην ταραχτούν οι νεκροί μας από τα πυροτεχνήματα-λόγια. Μισόν αιώνα τώρα σ’ αναζητώ μαζί μ’ εκείνους που βαρέθηκαν να περιμένουν τα βαπόρια. Τους ξέμπαρκους φοβάμαι, στρατηγέ, τους δίχως ραχοκοκαλιά ομφαλοσκόπους. Τη σιωπή τους και το τρίξιμο των δοντιών τους σαν το στόμα τους κρέας ανθρώπινο αλέθει. Τυχαία είδα τ’ όνομά σου χαραγμένο στο πλατύφυλλο μιας φραγκοσυκιάς πίσω απ’ του Τομπάζη το σπίτι. Καλό σημάδι, σκέφτηκα. Κι έφυγα μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Τώρα καθώς βραδιάζει στον Πειραιά, τα καράβια σφυρίζουν –τ’ ακούω– μα κανείς εργάτης δεν κουνιέται και τα παλαμάρια δεμένα στις μπίντες. Μόνο ο άνεμος ανεμίζει το μπολερό σου, καθώς πετάς πάνω από το φουγάρο της ΔΕΗ, κι η θάλασσα σε ασβεστώνει σαν πελαγίσιο ρημοκλήσι. Όνειρο μια φορά δεν είσαι. Θα ξανάρθεις στρατηγέ. Δεν μπορεί, θα ξανάρθεις. Συ, που ονειρευόσουνα μιαν απέραντη πατρίδα. Εσύ το σφυρί, το καρφί κι ο αητός.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Στράτος Προύσαλης.]