Ο Σταμάτης περνά γρήγορα-γρήγορα τη διάβαση πεζών μπροστά από το αυτοκίνητό μου. Σα μικρό έντομο μου φαίνεται, με μυτερό μουσούδι, κοντά ποδαράκια και σβέλτα βήματα. Δε με βλέπει, ο ήλιος αντανακλά στο παμπρίζ του αυτοκινήτου. Άλλωστε δε στρέφεται ούτε δεξιά ούτε αριστερά, κοιτάζει ίσια-ολόισια, μπορεί και να χαμογελά. Βιάζεται μάλλον, το κόκκινο θα ανάψει σε λίγα δευτερόλεπτα. Μόλις τον αναγνώρισα, ένιωσα έκπληξη. Όλα αυτά τα χρόνια είχα ξεχάσει σχεδόν την ύπαρξή του. Α ζει αυτός ακόμα, βρίσκεται εδώ, σκέφτομαι. Μόλις την προηγούμενη μέρα τον είχα φευγαλέα θυμηθεί, έτσι χωρίς λόγο, κάτι ίσως μου τον θύμισε. Νομίζω η μουσική από τουμπελέκι πλανόδιων στο δρόμο. Είχα αναρωτηθεί μάλιστα τότε για μια στιγμή πού να ήταν. Αν βέβαια ήταν κάπου. Αυθόρμητα κάνω να του φωνάξω «Σταμάτη Σταμάτη», το χέρι πετιέται σχεδόν αντανακλαστικά έξω από το παράθυρο, αλλά το μετανιώνει αμέσως, και υπάκουο επιστρέφει πίσω στο τιμόνι. Αποκαμωμένο από τη βαρετή κίνηση.

Έχει χάσει κι άλλα μαλλιά, μέχρι την κορυφή το κρανίο του γυαλίζει και στην πλάτη έχει ζωστεί ένα σακκίδιο τόσο μικρό, σαν το σακκίδιο που κρατούσε στο νηπιαγωγείο. Ελάχιστο ακόμα και γι’ αυτό το κοντό του μπόι.

Πριν από χρόνια, όταν ξυπνήσαμε το πρωί μαζί, ύστερα από ένα άγριο μεθύσι, μου είχε χαρίσει ένα πολύχρωμο μαντήλι σε αποχρώσεις κίτρινες, πορτοκαλιές. Το φορούσα γιατί έμοιαζε με ηλιοβασίλεμα, αλλά είχα ξεχάσει την προέλευσή του. Μου είχε πει να φύγω διακριτικά για να μην ξυπνήσω τη μητέρα του στο διπλανό δωμάτιο. Όταν ήταν μωρό τον είχε εγκαταλείψει στο ορφανοτροφείο, αλλά τη βρήκε μετά από χρόνια και τη μάζεψε σπίτι του, να τη φροντίσει στα γηρατειά της. Τώρα χαμογελά, ίσως γιατί αυτή πέθανε και είναι επιτέλους ελεύθερος να τη μισήσει όσο θέλει, με την ησυχία του. Είμαι σίγουρη ότι, αν του μιλούσα, θα χαιρόταν, και θα μου έλεγε, χωρίς να με κοιτάζει: «Ευτυχώς έχω ακόμα το τουμπελέκι μου».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: VAN SHNOOKEN RAGGEN.]