Αύγουστος Κορτώ
Μικρό χρονικό τρέλας
Αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα
Εκδόσεις Πατάκη, 2016
246 σελ.

«Θυμάμαι ολοκάθαρα τη στιγμή που τρελάθηκα», ξεκινάει το βιβλίο του ο Αύγουστος Κορτώ. Και είναι σαφής: Θα μας διηγηθεί μια προσωπική ιστορία χωρίς φόβο και ανασφάλειες. Θα μας μιλήσει με παρρησία για το οξύ ψυχωσικό επεισόδιο με στοιχεία θρησκευτικού παραληρήματος, που υπέστη στην εκπνοή του έτους 2008. Το Μικρό χρονικό τρέλας είναι ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί. Γεμάτο ζωντάνια και παραστατικότητα βάζει τον αναγνώστη μέσα στο κλίμα αυτής της προσωπικής ιστορίας του συγγραφέα. Πρόκειται για την τρίτη γραφή του βιβλίου, τα πρόσωπα που συναντάμε εκεί ανήκουν όντως στον περίγυρο του Κορτώ. Οι εικόνες πολλές, άμεσες, αυθεντικές, η αφήγηση ρέουσα, ρεαλιστική όχι απαλλαγμένη από κάποιο χιούμορ. Άλλωστε μέσα στο παραλήρημά του ο Κορτώ «έπαιξε», θέλοντας και μη, σε κάποιες πραγματικά κωμικές σκηνές τις οποίες επιτυχώς ενσωμάτωσε μέσα στο βιβλίο. Πάντα παρούσα η σύνδεση με την μαμά «Κατερίνα», πάντα παρούσα η αναφορά σε κείνη και στο στίγμα που του άφησε και η παρουσία της όταν ζούσε, αλλά και η απουσία της όταν έφυγε. Ολα ξεκίνησαν ξαφνικά και απρόσμενα: μια απότομη αφύπνιση, ένα απίστευτο κύμα ενέργειας, απώλεια της ικανότητας της ανάγνωσης, αδυναμία ερμηνείας του γραπτού λόγου, η αίσθηση μιας απρόσμενης σοφίας, μια περίεργη κεραυνοβολημένη διάθεση. Και χρησιμοποιεί τη λέξη «τρέλα» στον τίτλο του βιβλίου, όχι για να το κάνει να φαίνεται πιασάρικο, όπως ο ίδιος εξηγεί στον αναγνώστη. Αλλά για τους εξής λόγους: πρώτα πρώτα στα πλαίσια ενός κλίματος αυτοσαρκασμού και διακωμώδησης. Άλλωστε, ο ίδιος και οι αγαπημένοι του αναφέρονται στην εμπειρία εκείνη του Δεκέμβρη ως εξής: «Θυμάσαι τότε που τρελάθηκε ο Κορτώ και τον κυνηγούσαμε γυμνό στο Δρομοκαΐτειο;» Και ακόμα «επικαλείται την μεταφορική χρήση της τρέλας», μια τρέλα που εμπεριείχε και τα στοιχεία της αφύπνισης, αν και έβαλε σε μπελάδες πολλούς ανθρώπους και κυρίως τον ίδιο, οποίος λόγω του οικογενειακού του ιστορικού διέθετε έναν άκρως ταλαιπωρημένο ψυχισμό.

Η αγάπη και η ανεξάντλητη του Τάσου, του πατέρα του, των καλών φίλων, η εμμονή σε κάποιους συγγραφείς και ιδίως στον Σάλιντζερ τον οποίο μετέφραζε κιόλας και που άγγιζε τα μύχια της ψυχής του,οι τάσεις μεγαλομανίας, η πίστη του ότι ήταν ο νέος Δαλάι Λάμα και όλα τα ανύπαρκτα σκηνικά που φαντασιωνόταν ή όλα αυτά που αβίαστα «έχτιζε» με το μυαλό του, η άδικη δολοφονία του νεαρού Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου εκείνες τις ίδιες μέρες που «η τρέλα» τον κυρίευσε και που του έδινε την αίσθηση μιας προσωπικής απώλειας, ο θάνατος του γιατρού που τον παρακολουθούσε και τον οποίο ο ίδιος αγνοούσε, όλα αυτά τα στοιχεία και άλλα ακόμα αποτελούν αναπόσπαστα κομμάτια της έντονης και «επικίνδυνης»αφήγησης. Αν είχε χρώμα η αφήγηση τούτη, αυτό θα ήταν το κόκκινο. Η αίσθηση που μας αφήνει ο συγγραφέας είναι ακραία. Ωστόσο, ως τεχνίτης του λόγου, αποφεύγει το μελό, παίρνει τις αποστάσεις του και με ψυχραιμία καταθέτει και τους λόγους τους ψυχωσικού επεισοδίου και το ιστορικό της παραφροσύνης. Με τη δέουσα διαύγεια αναφέρεται σε πράγματα άκρως σοβαρά χωρίς να πέφτει στην παγίδα του άσκοπου συναισθηματισμού. Εξομολογείται, αλλά έχει τον τρόπο να πετυχαίνει τις σωστές ισορροπίες. Εκτίθεται ο ίδιος, αλλά ελέγχοντας το υλικό του, δίνοντας μια αίσθηση ότι έχει ο αναγνώστης μπροστά του ένα σημαντικό ντοκουμέντο ή μια μικρή πραγματεία για την κατάθλιψη, η οποία θα τον χτυπήσει αργότερα ή μπορεί να χτυπήσει τον κάθε άνθρωπο για ποικίλους λόγους. Μιλάει ανοιχτά για το πώς ο ίδιος την νίκησε, πώς γενικά θα μπορούσε αυτή να νικηθεί και δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην πρακτική και τον ρόλο της ψυχανάλυσης και την μεγάλη αξία της. Γενναία ξεγυμνώνεται μπροστά στον αναγνώστη. Καθαίρεται, αλλά και δείχνει δυνατός πια,αποφασισμένος να μην περάσει τη ζωή του κυνηγημένος από τον φόβο και έχοντας σαν μότο τη σκέψη: «Η ψυχή μας δεν είναι φτιαγμένη να αρκείται στη δυστυχία».

Η πραγματικότητα που συνθλίβει κάποιες φορές, αλλά και η νοσηρή κληρονομικότητα που έχει τη δύναμη να στοιχειώνει σαν φάντασμα και κατατρώγει την ψυχή και τη ζωή του ανθρώπου, σε συνδυασμό με τη «σπαραχτική εμμονή της αυτομομφής», είναι πιθανό να τον οδηγήσουν στην ψύχωση, στην κατάθλιψη και άλλα τέτοια σκοτεινά μονοπάτια που συνεπάγονται μια τεράστια και βασανιστική Οδύσσεια τόσο για τον ίδιο που νοσεί, όσο και για τους οικείους του. Ο Κορτώ, έχοντας περπατήσει σε τέτοιους είδους μονοπάτια και έχοντας πολύτιμη γνώση, πετυχαίνει να μετατρέψει με σοφία το ατομικό του βίωμα σε καθολικό. Η ιστορία του, με το εύρος, και τη διαχρονική της υφή, μας αγγίζει και μας αφορά όλους!


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]