Φωλιάζει, χρόνια τώρα, μες στο στέρνο μου ένα γάντι: λείο κι ελαστικό, άσπρο και σχεδόν διάφανο, κατάλοιπο μιας βιαστικής εγχείρησης στο ύψος της καρδιάς. Δεν είναι γυναικείο, μα ούτε και ανδρικό. Τυλίγει, από τα δεξιά, την αορτή και αγκαλιάζει τρυφερά ένα κομμάτι απ’ τον αριστερό μου πνεύμονα. Απ’ την αρχή μου είπανε πως, από αυτό και μόνο, δεν διατρέχω κίνδυνο. Αρκεί να περπατώ αργά, να μην υψώνω τη φωνή, ν’ ακούω με προσοχή ό,τι μου λεν οι γύρω μου, να αποφεύγω —τεχνηέντως— τους μεγάλους έρωτες και τους λαχανιασμένους οργασμούς. Ωστόσο, ουδέποτε υπάκουσα σε όλα αυτά μαζί. Έτσι, βαδίζω πάντα γρήγορα, συνήθως χάνομαι όταν μου μιλούν και ερωτεύομαι παράφορα, ζητώντας οργασμούς που κόβουν την ανάσα. Tο γάντι μού κράτα σφιχτά —ακόμη— τη σιωπή, μα δεν παραπονιέμαι. Τα βράδια, όταν ξαπλώνω, το σκεπάζω σαν μωρό και χαμηλόφωνα του διηγούμαι παραμύθια. Πλημμυρισμένα φως και μυρωδιές, ρούχα φρεσκοπλυμένα και στεγνά, ξέχειλα με υποσχέσεις γι’ αγκαλιές και χάδια. Άλλωστε, τόσα χρόνια μέσα μου, ξέρω ακριβώς τι θέλει: ένα ζεστό και σπλαχνικό, ωραίο χέρι.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]