Οι μέρες είναι γερασμένες, γεμάτες λευκά τσουλούφια. Όταν ο καιρός παγώσει, βγαίνουν στα μπαλκόνια και τραγουδάνε μαρτιάτικα τραγούδια. Αυτές οι φωνές δεν έχουν αρχή ή τέλος, μόνο μέση έχουν για να μπορείς από κάπου να τις πιάσεις. Και μόλις τις αγγίξεις, το δέρμα τους παγώνει και γίνεται μαρμάρινες πλάκες.

Οι γερασμένες μέρες έχουν γκριζόμαυρο χρώμα ή μαυρόγκριζο, ανάλογα τη φορά του ματιού. Κι ύστερα από μια βδομάδα αλλάζουν και γίνονται καφετί κηλίδες. Αυτή η αλλαγή είναι αναγκαία επειδή κάνει τον ξηρό χειμώνα υποφερτό και το υγρό καλοκαίρι να εξατμίζεται. Και πάνω στα κεφάλια μας αφήνει μικρές στάλες, σαν ανοιξιάτικο ή φθινοπωρινό ιδρώτα.

Όταν ο πατέρας στέκεται στην άκρη του μπαλκονιού δεν λέει: καθημερινές ρωγμές αλλά γραίες ημέρες, επειδή ο φόβος τον κάνει να μεγαλώσει δυο φορές γρηγορότερα. Η μητέρα και εγώ μένουμε ασάλευτοι. Δεν πλησιάζουμε, δεν αγγίζουμε. Μονάχα κοιτάμε το φως στα μάτια του να σαπίζει. Και μέσα στη δυσωδία δεν αρθρώνουμε λέξη. Τρέμουμε μήπως οι γραίες ημέρες του πατέρα περιλάβουν κι εμάς.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]