Στις 28 Οκτωβρίου του 1910 ο κόμης Λέων Νικολάγιεβιτς Τολστόη, η μεγάλη καρδιά της αυτοκρατορικής Ρωσίας, ο «άνθρωπος ανθρωπότητα», όπως τον αποκάλεσε ο άλλος μεγάλος συμπατριώτης του, ο Μαξίμ Γκόργκυ, απαρνιόταν οικογένεια, περιουσία, καλοπέραση, δόξα και έφυγε κρυφά απ’ το σπίτι του στη Γιάσναγια Πολιάνα, εγκαταλείποντας τη γυναίκα του Σοφία για να ζήσει «κοντά στο θεό» όπως έγραψε ο ίδιος στο ημερολόγιό του. Αυτό το ταξίδι κράτησε δέκα μέρες. Στο σιδηροδρομικό σταθμό του Αστάποβο (σήμερα Λ. Τολστόη), πέφτει άρρωστος με υψηλό πυρετό. Στις 7 Νοεμβρίου του 1910 πεθαίνει σε ηλικία 82 ετών.

Συνήθως οι βιογραφίες των μεγάλων του πνεύματος, αρχίζουν με τη γέννησή τους. Καλύτερα θα ήταν όμως ν’ αρχίζουν με το θάνατό τους, γιατί όπως είπε και ο Πωλ Βαλερύ «γεννήθηκα πολλοί, πέθανα ένας». Είναι εκείνο το σημείο που συμπυκνώνει όλα τα προηγούμενα, δεν τ’ αφήνει να διασκορπιστούν και τα νοηματοδοτεί.

Η ζωή λοιπόν του Τολστόη πριν το θάνατό του ήταν σημαδεμένη από τις αντιφάσεις που δημιουργούσε η αλύτρωτη αγωνία του για το νόημα της ζωής του ανθρώπου και από την έντονη πνευματική δραστηριότητα του φορέα της. Ο συγγραφέας του επικού και πολυφημισμένου «Πόλεμος και Ειρήνη», ήταν ένα ατομικιστής αριστοκράτης, ο οποίος την ύστερη περίοδο της ζωής του αποπειράθηκε να ακολουθήσει τον τρόπο ζωής των φτωχών χωρικών. Όταν ο Τολστόη ολοκλήρωσε την «Άννα Καρένινα», δεν αισθανόταν ικανοποιημένος με τον εαυτό του. Η φήμη του και ο πλούτος του, δεν κάλυψαν τον ακατάπαυστο προβληματισμό του για τον σκοπό και το νόημα της ζωής.

Στα μέσα της ζωής του εγκατέλειψε την δραστηριότητά του ως απλώς και μόνο μυθιστοριογράφου κα μεταστράφηκε σ’ έναν ριζοσπαστικό χριστιανισμό, ο οποίος εκφράστηκε με πλήθος δοκιμίων, διηγημάτων, θεατρικών έργων. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αυτός ακριβώς ριζοσπαστισμός του, δεν παρέμεινε θεωρητικός ή στα πλαίσια της καλλιτεχνικής του δημιουργίας, αντίθετα, εφαρμόστηκε στην πράξη. Έτσι αποφάσισε να μοιράσει τα κτήματά του στους χωρικούς, ενώ όταν το 1890, έπεσε η μεγάλη σιτοδεία, πλήθη δυστυχισμένων στρέφονται στη Γιάσναγια Πολιάνα, όπου ο συγγραφέας προσπαθεί να τους ταϊσει και να τους ενθαρρύνει.

Χωρίς αυτή τη μεταστροφή, αυτή τη συνειδητή και θελημένη απώλεια, ίσως ο Τολστόη να μην είχε τη θέση που κατέχει στο πάνθεον των ηρώων του πνεύματος. Ταιριάζει στα μεγάλα πνεύματα. Αυτά που λυσσομανούν στα τοιχώματα του νου και θέλουν να ελευθερωθούν γιατί δεν χωρούν και δεν βολεύονται. Αυτή τη μεταστροφή, πρόχειρα αναφέρω, έκαναν ο Μπλαίζ Πασκάλ ή ο ιερός Αυγουστίνος και σηματοδότησαν τις εποχές τους.

Ο πρώτος, παιδί θαύμα της εποχής του (μόλις έντεκα χρονών έγραψε διατριβή για τους ήχους και λίγο αργότερα το δοκίμιο για τους κώνους, ενώ το 1652 εφηύρε μία αριθμομηχανή για λογιστικές πράξεις τη λεγόμενη Πασκαλίνα), είχε γίνει ένας νέος με φανταχτερό πνεύμα και διάθεση για ασωτεία. Ωστόσο η γεμάτη γενναιοδωρία κοσμικότητά του μεταλλάσσεται σ’ έναν στοχαστικό ασκητισμό. Το πληθωρικό αποτέλεσμα του οποίου ήταν αρμαθιές ασύνδετων σχολίων που βρέθηκαν μετά το θάνατό του ραμμένες στο εσωτερικό ενός φθαρμένου πουκαμίσου και εκδόθηκαν υπό το γενικό τίτλο «Στοχασμοί». Εικάζεται πως αυτοί οι στοχασμοί, ήταν η πρώτη ύλη για το βιβλίο που ετοίμαζε, έναν απολογητικό του Χριστιανισμού και ταυτόχρονα μία παράσταση της πάλης που συνέβαινε εντός του, ανάμεσα στη διάνοια και την πίστη.

Ο δεύτερος, φύση και αυτός έντονα αισθησιακή , έζησε τη νεότητά του έκλυτα. Μέχρι που έπεσε στα χέρια του μία περικοπή από την επιστολή προς Ρωμαίους του Απ. Παύλου. Και εκεί διάβασε «ως εν ημέρα ευσχημόνως περιπατήσωμεν, μη κώμοις και μέθαις, μη κοίταις και ασελγείαις, μη έριδι και ζήλω, αλλά ενδύσασθε τον Κύριον Ιησού Χριστόν και της σαρκός την πρόνοιαν μη ποιείσθαι εις επιθυμίας» και παρακάτω «τον δ’ ασθενούντα τη πίστη προσλαμβάνεσθε». Και έτσι αρχίζει η νέα ζωή του Αυγουστίνου που χάρισε στην ανθρωπότητα έργα όπως οι «Εξομολογήσεις» ή « Η πολιτεία του Θεού».

Έτσι και ο Τολστόη οδηγήθηκε – όπως βρίσκουμε στις εγκυκλοπαίδειες- σε ηθική και πνευματική κρίση. Θαρρείς και η μεταστροφή κάποιου, που οφείλεται σε μία διαρκώς ενεργητική αυτεπιστασία του νου του, να είναι ένα είδος ασθένειας.

Κι’ όμως στην «Εξομολόγηση», ένα έργο που γράφηκε το 1880, ο Τολστόη περιέγραψε σπαρακτικά τον ηθικό και πνευματικό πόνο που υφίσταται στην αναζήτησή του για μιαν απάντηση στο νόημα της ζωής. Η μεταστροφή είχε συντελεστεί. Την είχε θρέψει αυτός ακριβώς ο πόνος. Και γεννοβόλημα του πόνου είναι το πνεύμα. Έφτασε μάλιστα στο σημείο, στο δοκίμιό του «Τι σημαίνει τέχνη», ν’ αποκηρύξει κατά κάποιο τρόπο τα ίδια του τα αριστουργηματικά μυθιστορήματα, θεωρώντας τα ως είδος κακής τέχνης.

Το 1899 ο Τολστόη δημοσιεύει ένα μυθιστόρημα, που από πολλούς τοποθετείται στο ύψος της καλλιτεχνικής αξίας των «Πόλεμος και Ειρήνη» και «Άννα Καρένινα». Είναι η «Ανάσταση». Ο Τολστόη χάραξε το προσχέδιο του έργου του το 1889 και το 1898 άρχισε την επεξεργασία του. Λέγεται ότι, πιστός στην πορεία που χάραξε από το 1879, αξίωνε για την έκδοσή του ένα μεγάλο ποσό, προκειμένου να βοηθήσει του «ντουχόμπορτσι», τους μαχητές του πνεύματος, που καταδίωκε ανηλεώς η κυβέρνηση. Πρόκειται για την ιστορία ενός ευγενούς, του Νεκλούντωφ, ο οποίος αποπλάνησε μια νέα κοπέλα, την Κατιούσα. Η κοπέλα γίνεται πόρνη και καταδικάζεται για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε. Ο Νεκλούντωφ ένορκος στη δίκη της, αφού την αναγνώρισε, κατέβαλλε προσπάθειες για να τη σώσει, οι οποίες αποδείχθηκαν μάταιες. Στο τέλος η Κατιούσα καταδικάζεται στο κάτεργο. Ο Νεκλούντωφ βασανίζεται από τύψεις και πασχίζει να επανορθώσει το σφάλμα του, ακολουθώντας την κοπέλα ακόμη και στη Σιβηρία, για να την παντρευτεί. Ο έρωτάς του τη λυτρώνει, ωστόσο αρνείται να τον παντρευτεί.

Στο έργο αυτό είναι έντονες οι επιθέσεις εναντίον του δικαστικού και σωφρονιστικού συστήματος της εποχής του αλλά και αυτές κατά της εκκλησιαστικής πρακτικής. Ήταν μάλιστα τόσο έντονες οι αντιδράσεις, που το 1901 δημοσιεύτηκε στα «Εκκλησιαστικά Νέα» η απόφαση της Συνόδου της ρωσικής εκκλησίας που αφορίζει τον Τολστόη.

Η «Ανάσταση» του Τολστόη, συσχετίζεται με την ιδεολογική ικμάδα του πνεύματός του. Δεν είναι αυτή της Καινής Διαθήκης, αλλά αποτελεί λογοτεχνικό και νοηματικό δάνειο. Είναι μία ανάσταση που συντελείται στον βιωματικό χρόνο του ανθρώπου, όντας η ίδια άχρονη. Ο ευαγγελικός νόμος της αγάπης- προσοχή δεν τον αρνήθηκε αντίθετα μελέτησε σε βάθος την Αγία Γραφή- ερμηνεύτηκε από αυτόν, σαν κάτι που δεν θεωρείται μόνο αλλά και πράττεται. Η ερμηνεία του ήταν βαθιά προσωπική και γεμάτη από την αγωνία ενός ανθρώπου για τον άνθρωπο. Έφτασε στο σημείο να απορρίψει την αθανασία της ψυχής και την αυθεντία της Εκκλησίας ακόμη και τη θεία φύση του Χριστού, μόνο και μόνο για να τον φέρει πιο κοντά στον «Άνθρωπο», τον αμαρτωλό, τον φτωχό, τον έμπλεο παθών, εκείνον που Τον έχει ανάγκη. Στην «Ανάσταση» του ο Τολστόη εννοεί, πως ο Ιησούς δεν ανασταίνει νεκρούς αλλά ζωντανούς.

Και ο ίδιος υπέφερε από το όραμά του. Και ίσως να διάλεξε τον πιο δύσκολο δρόμο. Ο Χριστιανισμός που διακήρυξε, ήταν καθαρός, χωρίς ανταποδόσεις μεταφυσικές. Στο όραμά του ο άνθρωπος ήταν ε λ ε ύ θ ε ρ ο ς να ακολουθήσει τον Χριστό. Όχι όμως μόνο στην Ανάσταση αλλά και στον Γολγοθά του. Προϋπέθετε λοιπόν πνεύμα ηρωικό, πνεύμα αποφασισμένο να ματώσει και να παλέψει μέχρι να δει, όπως έκανε ο Πασκάλ που αναφέρθηκε παραπάνω. Προϋπέθετε επίσης άνθρωπο έτοιμο να ξεπεραστεί, όπως κάπου έχει αναφέρει ο Νίτσε, ο μεγάλος στοχαστής και αρνητής, που εντός του, έχω την διαίσθηση ότι συντελούνταν μία πάλη και ότι τελικά δεν ήταν τόσο αντιχριστιανός όσο ο ίδιος μέσα από το έργο του θέλει να μας παρουσιάζεται.

Ποιος άραγε άνθρωπος είναι έτοιμος για κάτι τέτοιο; Ποιος είναι έτοιμος να ξεπεραστεί και να δοθεί και αν χρειαστεί να γκρεμιστεί; Ο Τολστόη είδε ακριβώς μέσα από το έργο του αλλά και από τις πράξεις του, τον άνθρωπο όχι όπως τον γιγαντώνει η εξουσία αλλά όπως τον ταπεινώνει ο πόνος, αυτό το μέτρο των ανθρωπίνων.

Ο Τολστόη θέλησε να κάνει τους ανθρώπους να συνδιαλέγονται με τον Χριστό άμεσα και καθαρά. Πρότεινε μία ύπαρξη Θεού, ανθρώπινη και μία ύπαρξη ανθρώπου, αδελφική με το θείο. Πρότεινε να φέρει τον Χριστό στην άμεση επιστασία του ανθρώπου, μόνο και μόνο για να πληρωθεί το κενό που άφηνε η εκκλησία της εποχής του. Αλλά αλήθεια ποιος θα Τον δει και δεν θα καεί;

Και όμως η τέχνη είναι η μόνη ικανή να υποδεχθεί αυτή τη σχέση. Ένας άλλος καλλιτέχνης, που όταν πέθανε ο Τολστόη ήταν τριάντα πέντε ετών, ο γερμανός ποιητής Ράινερ Μαρία Ρίλκε, ο οποίος όπως ο ίδιος αποκαλύπτει συναντήθηκε με τον ρώσο συγγραφέα (υπάρχει μάλιστα μία επιστολή του γερμανού που δημοσιεύθηκε σ’ ένα πρόσφατο βιβλίο που τιτλοφορείται «Νουβέλες και διηγήματα» του Λ. Τολστόη, από τις εκδόσεις Ροές), προσπάθησε με όρους της ανθρώπινης συνείδησης και της ανθρώπινης αγωνίας να μεταλλάξει την απουσία σε πλήρωση και να τοποθετήσει τον Θεό, πλησίον του ανθρώπου, σαν ένα Γείτονα όπως στο Βιβλίο των Ωρών. Για τον ποιητή η ενδοκοσμική τοποθέτηση του θείου, είναι πλέον ψυχική ανάγκη. Στο ποίημά του «Τι θ’ απογίνεις, Θέ μου, αν πεθάνω..», ο Ρίλκε συνομιλεί με τον θεό του, με πρόθεση εγκάρδιας θνητοποίησής του. Αλλά επειδή ακριβώς υπάρχει αυτό, το από καρδιάς πάθος, δεν μειώνεται στο ποίημα το άπειρο του θείου. Σπαρακτικοί στίχοι σαν αυτούς «Τι θ’ απογίνεις Θε μου, αν πεθάνω;/ Εγώ είμαι το κανάτι σου (αν σπάσω;)/Εγώ είμαι το ποτό σου (αν πικράνω;)/…Το βλέμμα σου, που στο πλευρό μου/ το είχα εγώ προσκέφαλό μου,/ μάταια τριγύρω ώρα πολλή θα με ζητήσει-/…», καταδεικνύουν την τραγική αγωνία του ανθρώπου όταν αντιλαμβάνεται τη φοβερή συνύπαρξη με το θείο.

Στην τέχνη του Τολστόη, ο άνθρωπος οφείλει να κάνει χώρο γι’ αυτή τη συνύπαρξη. Η «Ανάστασή» του, τελειώνει ως ακολούθως: «..αυτό κάνουμε όλοι, σκέφτηκε ο Νεκλούντωφ. Ζούμε με τη βλακεία ότι εμείς οι ίδιοι είμαστε κύριοι της ζωής μας που μας δόθηκε μόνο για την απόλαυσή μας. Αυτό όμως είναι πραγματικά τρέλα. Ο άνθρωπος δεν ήρθε από δική του θέληση στον κόσμο. Κάποιος τον έστειλε για κάποια αιτία. Εμείς όμως νομίζουμε ότι ήρθαμε για να γλεντήσουμε αυτή τη ζωή. Και μας φαίνεται ύστερα παράξενο γιατί υποφέρουμε. Υποφέρουμε γιατί είμαστε εργάτες και δεν θέλουμε να εκτελέσουμε το θέλημα του Κυρίου μας…Πραγματικά από εκείνη τη νύχτα άρχιζε για τον Νεκλούντωφ μια καινούρια ζωή. Έπαψε να σκέφτεται πια τον εαυτό του, και προσπάθησε να ζει εξυπηρετώντας τους άλλους…».