I. (Φοβάμαι τον θάνατο)

Φοβάμαι τον θάνατο. Ο ξένος με τη μαύρη κουκούλα, που από κάτω το πρόσωπό του είναι χαραγμένο σαν πήλινη επιγραφή*, είναι σκληρός και ικανός. Αρκούντως σκληρός, ώστε να μασήσει το κουκούτσι του κερασιού και τόσο ικανός, που οδηγεί αυτό το είδος τραγοκέφαλου αγωνιστικού ποδηλάτου με το τιμόνι καμπυλωτό προς τα κάτω σαν κέρατα και τις λεπτές ρόδες, που πάντοτε νόμιζα αδύνατο να καβαλήσεις χωρίς να πέσεις, και κοιτούσα το αγόρι που οδηγούσε ένα από αυτά στο χωριό των γονιών μου σαν ημίθεο. Όμως Αυτός το οδηγεί γρήγορα, σαν κομήτης (και με το ένα χέρι, καθώς με το άλλο βαστάει ένα δρεπάνι), σέρνοντας πίσω του μια ουρά καιόμενου μύρου.

*

Τρέχω να φύγω μακριά του καβάλα στο άλογο των ημερών (μια ανισότητα μέσων), που έχει για κεφάλι την πενταδάκτυλη σκιά του χεριού της μητέρας μου στον τοίχο, το πρωί της ημέρας που γεννήθηκα. Στη μέση του δρόμου κατεβαίνω να ρίξω λίγο χώμα στο μέτωπο των αγαπημένων μου, μέσα σε περιφραγμένα πεδία γεμάτα μικρούς σταυρούς. Η μυρωδιά του ποδηλάτη φανερώνει ότι ήταν εδώ πριν από μένα και δεν μπορώ πια να πω, αν είμαι ο κυνηγημένος ή ο κυνηγός.

II. (Βουκολική σκηνή)

Πάντοτε εμπρός μας το φάντασμα της χαράς.

*

Ο άρχων της ασυγκινησίας άφησε το ποδήλατο κάτω από ένα δέντρο και στέκεται στο σταυροδρόμι ακουμπώντας πάνω στην γκλίτσα του, που ’χει για κεφαλή μια ξυλόγλυπτη σαύρα. Από το βάθος φτάνει στολισμένη η μπλε κόρη, η κόρη των μακρινών βουνών, της απόστασης και του απείρου, η αιώνια ζωή. Τι καρπό να δώσει αυτός ο έρωτας, παράδοξος και γενετικά εκφυλιστικός όσο αυτός ενός γαϊδάρου και μιας φοράδας; Μέσα στα μάτια της θνητής γενιάς τους η αέρια υπόσχεση της χαράς σφαλίζεται όπως τα ακανόνιστα σχήματα μέσα σε δυο γυάλινους βώλους, ενώ στα αυτιά της το τέλος ολοένα προσεγγίζει με τον ακτινωτό ήχο μιας ρόδας.


* Τ Ο Α Χ Υ Ρ Ο Κ Ο Σ Μ Ε Ι Τ Ο Π Ρ Ο Γ Ο Ν Ι Κ Ο Μ Ο Υ Σ Α Β Α Ν Ο (είναι απόγονος αγροτών, βλ. και το δρεπάνι)

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]